Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Χωρίς μία νέα ελληνική ιδέα δεν μπορεί να ορθοποδήσει τίποτε




Συνέντευξη του Αντώνη Ζέρβα στον Σταμάτη Μαυροειδή (από εδώ)



Οι πρώτες κινήσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης εντός και εκτός συνόρων υπήρξαν και παραμένουν ενδιαφέρουσες σε επίπεδο πολιτικών συμβολισμών. Μέλλει να απαντηθεί από την εξέλιξη των πραγμάτων αν αυτές θα «εξαερωθούν» ή θα αποδειχθούν χειρονομίες με διάρκεια και στρατηγικό βάθος. Αν συμβεί το δεύτερο, η τραγωδία που έζησε ο ελληνικός λαός στα πέντε τελευταία χρόνια θα κλείσει με κάθαρση. Στην αντίθετη περίπτωση, θα προστεθεί ένα ακόμη αδικαίωτο τραύμα στο σώμα της Δημοκρατίας και του τόπου. Δεν θα είναι πρωτόγνωρο βέβαια, αφού κάθε φορά που πάει να γίνει κάτι καλό, ξένοι και εγχώριοι δεσμοφύλακες με όπλο τον εκβιασμό και τις απειλές επιβάλλονται, δυστυχώς, στη βούληση του λαού μας. Παρότι η σύγκρουση που εξελίσσεται είναι εκ προοιμίου άνιση, δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω. Και αυτό, γιατί «είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα εισέρχεται στην Ευρώπη ως πραγματικός εταίρος, η πρώτη φορά που εμφανίζεται ενώπιον των εταίρων με έγκυρο κριτικό και θαρραλέο λόγο», όπως με έμφαση σημειώνει ο Αντώνης Ζέρβας. Η φωνή του συνομιλητή μας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για έναν επιπρόσθετο λόγο. Ο Α. Ζέρβας θήτευσε επί 30 και πλέον χρόνια στην Κομισιόν, στην καρδιά και «φωλιά της Ευρώπης», εκεί όπου επωάζεται και αποθεώνεται η γλώσσα των λογιστών και των αριθμών τους. Ας τον ακούσουμε…


Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποιο νέο ποιοτικό στοιχείο (στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή σκηνή) ή μήπως εξελίσσεται ένα παραλλαγμένο σχέδιο προσαρμογής, οι προεκτάσεις του οποίου δεν είναι ακόμη ορατές στην κοινή γνώμη;

Είναι απίστευτο κι όμως αληθινό! Για πρώτη φορά από την ένταξή της στην ΕΟΚ, η Ελλάδα κατορθώνει να εκφέρει δικό της λόγο. Για πρώτη φορά λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν τα ερωτήματα και οι προτάσεις της, παρά τις ανελέητες προσπάθειες που καταβάλλονται για την απαξίωσή τους εντός και εκτός της εθνικής επικράτειας. Τα ερωτήματα δεν είναι εύπεπτα, διότι θέτουν σε αμφισβήτηση όχι μόνο την τρέχουσα ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία έτσι κι αλλιώς, έχει αποτύχει και στην πράξη και στη θεωρία. Θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια την πορεία της Ε.Ε. Είναι όντως εξοργιστική η στάση της, τη στιγμή που όλα τα κράτη- μέλη συναντούν δυσχέρειες και γνωρίζουν κοινωνικές αναταραχές. Και πιο εξοργιστική ακόμη, τη στιγμή που έχει επίγνωση πλέον του χάσματος που την χωρίζει από τους ίδιους τους λαούς της.

Ανεξαρτήτως απαντήσεως όμως, για πρώτη φορά στην «ενωσιακή» της Ιστορία, η Ελλάδα εμφανίζεται ενώπιον των εταίρων της με έγκυρο κριτικό λόγο, επειδή ακριβώς έπαθε. Οπωσδήποτε φέρει ευθύνη για την κατάσταση στην οποία περιήλθε, πλην όχι όλη την ευθύνη. Το γεγονός είναι ότι παρά τις αιματηρές θυσίες που επιβλήθηκαν στον τόπο, η οικονομική πολιτική της λιτότητας απέτυχε παταγωδώς. Δεν υπάρχει διέξοδος, πρόκειται για την επιβίωση της χώρας. Άρα, επιβάλλεται αναθεώρηση.

Κανείς άλλος πολιτικός ηγέτης δεν είχε το σθένος αλλά και την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία για να βγει θαρραλέα στη μέση και να εκθέσει το πρόβλημα.

Απ’ τις πρώτες κιόλας πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης η ταπεινωμένη υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια των Ελλήνων φαίνεται ότι επανέκαμψαν. Είναι το φρόνημα του λαού ουσιαστικός όρος ώστε να ελπίζουμε σε κάποια πολιτική μετατόπιση των πραγμάτων;

Σε αντίθεση με τους μνημονιακούς, οι οποίοι εκόντες-άκοντες μετέτρεψαν την εθνική κρίση σε λογιστικό πρόβλημα, η νέα ελληνική κυβέρνηση έθεσε τον δάκτυλον επί των ήλων: Τι είναι επιτέλους η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένας οικονομικός συνασπισμός που θυσιάζει τα πάντα στον βωμό της αποδόσεως ή ένα δημοκρατικό σχέδιο ειρήνης, συνεργασίας και ευημερίας των ευρωπαϊκών λαών; Πώς είναι δυνατόν να επιδεικνύεται τέτοια πεισματική προσήλωση σε ένα οικονομικό πρόγραμμα που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού, προξενώντας τόση δυστυχία και ερημωτική υποτέλεια; Πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται τα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα των λαών και να παραγνωρίζονται οι συνταγματικές ελευθερίες τους από την ίδια την Ε.Ε. Είναι τάχα η δημοκρατία μύθευμα;

Η λογιστική, όπως και κάθε γλώσσα των αριθμών, μπορεί να οδηγήσει σε τερατουργίες. Το σχεδιαζόμενο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας εξέπληξε και αυτούς ακόμη τους εταίρους μας. Και ακριβώς. Από τη ρεάλ πολιτίκ των αριθμών πάσχει σήμερα η Ευρώπη, γενικότερα. Αλλά αυτό που συμφέρει μία επιχείρηση δεν είναι κατ’ ανάγκην προς συμφέρον της κοινωνίας. Είναι εγκληματικό να χαράσσονται οικονομικές πολιτικές ερήμην της κοινωνίας. Ο Ντελόρ που ώθησε την Ευρώπη προς αυτή την κατεύθυνση, το μετάνιωσε. Ήταν, όμως, αργά.

Εδώ και δύο αιώνες, ο οικονομικός φιλελευθερισμός που αποβλέπει στη συρρίκνωση και την τελική κατάργηση του κράτους, επαναλαμβάνει τον ίδιο σκοπό: «Δεν μας αφήσατε να ολοκληρώσουμε το απορρυθμιστικό μας έργο». Η πάγια θέση του οικονομικού φιλελευθερισμού ότι η δημιουργία πλούτου χάρη στην άνευ κωλυμάτων επιχειρηματικότητα ευνοεί τελικώς την κοινωνία, αποδεικνύεται κάθε φορά μια φούσκα. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς τι θα γινόταν αν κυβερνούσαν οι επιχειρήσεις.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση έδειξε χειροπιαστά προς πάσαν κατεύθυνση τον απόλυτο παραλογισμό στον οποίον οδηγεί ο άκρατος οικονομικός ρασιοναλισμός της ισχύος, όπως εκπροσωπείται σήμερα από τη Γερμανία και τους συμμάχους της.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σήμερα και μόνο σήμερα εισήλθε η Ελλάδα στην Ε.Ε. ως εταίρος. Η Ευρώπη που δεκαετίες τώρα προβάλλεται στον τόπο μας, είναι η Ευρώπη των διαφημίσεων, η Ευρώπη με τη μορφή pin up. Αυτή σερβίρουν και αυτή λαχταρούν. Αλλά δεν γίνεσαι Ευρωπαίος με σαββατοκύριακα στα ξενοδοχεία 5 αστέρων και στα κυλικεία των Βρυξελλών.

Η φωνή του Τσίπρα και του επιτελείου του προήλθε από τη σκεπτόμενη Ευρώπη η οποία δεν είναι ορατή, όπως η Ευρώπη των λογιστικών μετρήσεων.

Είναι πράγματι εντυπωσιακή η απήχηση του Τσίπρα στον απλό πολίτη της Ένωσης που βλέπει καθημερινά τα αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων, την καλπάζουσα ανεργία, την ασφυκτική οργάνωση της καθημερινότητας. Τέτοιους ηγέτες ονειρεύεται και όχι τους Γιούνκερ των φορολογικών παραδείσων ή όσους αποτυγχάνουν στον τόπο τους για να επιβραβευθούν με ηγετικά πόστα στην Κομισιόν, όπως ο κ. Μοσκοβισί. Κι έπειτα παραπονούνται για τις αντιευρωπαϊκές εξάρσεις των πολιτών.

Παραταύτα οι… Βρυξέλλες επιμένουν ότι η κρίση στην Ελλάδα οφείλεται στην ασυδοσία των τεμπέληδων Ελλήνων, του διογκωμένου δημοσίου και της διαφθοράς του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Μήπως αυτή η επιμονή προϊδεάζει για την συνολική αλλαγή στο κοινωνικό υπόδειγμα της Ευρώπης που γνωρίσαμε;

Δεν υπάρχει αλλαγή υποδείγματος! Η Ε.Ε. είναι βεβαίως υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την πολιτική της και θα το πράξει με τον ένα ή άλλον τρόπο. Η τρόικα θα εξαφανισθεί προς μεγάλη λύπη των μνημονιακών. Αλλά το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα δεν πρόκειται να αλλάξει έτσι εύκολα. Η οικονομική βαρύτητα της Ελλάδας δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Το μέγα εμπόδιο είναι οι δεσπόζουσες οικονομικές αρχές του σύνολου οικοδομήματος. Η κρατούσα αντίληψη περί αναπτύξεως, περί καινοτομίας, περί αποδόσεως και εκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας. Όλα τούτα αποτελούν την ισχύ του δυτικού πνεύματος που κυριαρχεί σε πλανητικό επίπεδο. Αλλά αν η ισχύς του δυτικού πνεύματος έγκειται στην ορθολογική οργάνωση, το μεγαλείο της αθέατης Ευρώπης απορρέει από τις δυνάμεις που αντιστέκονται και πασκίζουν να εξισορροπήσουν τις καταστροφικές ροπές του ρασιοναλισμού της. Η σκέψη και η τέχνη στάθηκαν ανέκαθεν τα μεγάλα οχυρά του ευρωπαϊκού πνεύματος εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Μεγάλος είναι ο πολιτισμός που γνωρίζει να κρίνει τον εαυτό του. Η ισχύς και μόνο είναι αδιέξοδη. Αγαπάμε τη γερμανική σκέψη και τέχνη πλην αποστρεφόμαστε το σημερινό πρόσωπο της χώρας. Αυτό θα γεράσει, η σκέψη και η τέχνη της Γερμανίας θα μείνουν. Γι’ αυτό και το αίτημα των αποζημιώσεων αποκτά ζωτικότατη σημασία. Υπενθυμίζει, στιγματίζοντας, την αλαζονεία της ισχύος. Η Γερμανία δεν μπορεί να στηρίζεται στη νομική παραγραφή των ευθυνών της ενόσω μένει ανυποχώρητη στις υπεράνθρωπες αξιώσεις της. Τα κόκκαλα του Γκαίτε τρίζουν στα χείλη του Σόιμπλε. Κανά-δυο χρόνια πριν, η γαλλική εταιρία σιδηροδρόμων αναγκάσθηκε να καταβάλει υψηλότατο πρόστιμο κατά τη σύναψη μιας εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, διότι τα τρένα της είχαν χρησιμοποιηθεί ως «βαγόνια του θανάτου». Κανείς δεν διανοήθηκε να προβάλει το επιχείρημα ότι «παρήλθαν 70 χρόνια».

Όπως και να έχει πάντως, οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης είναι μάλλον περιορισμένες. Αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να αλλάξει η κρατούσα καταναλωτική, οικονομίστικη αντίληψη. Και γι’ αυτό η Ελλάδα δεν πρέπει να βιάζεται. Δεν διαθέτουμε ισχύ, διαθέτουμε όμως μία αντιωφελιμιστική και αντιρασιοναλιστική παράδοση που δεν πρέπει να θυσιασθεί στο βωμό του αλόγιστου προοδευτισμού. Ο «καλός» διαφωτισμός εναντίον του «κακού» μεσαίωνα δεν είναι μόνο προτάσεις επιστημονικά αβάσιμες, διαιωνίζουν το μέγα μύθευμα της προόδου, την ιδεολογία της Προόδου.

Εδώ είναι ο κόμπος. Είναι επιτακτική ανάγκη να επαναπροσδιορισθεί το περιεχόμενο της προόδου, δηλαδή το περιεχόμενο του εξορθολογισμού και της ανάπτυξης. Το πρόβλημα του καπιταλισμού δεν επιλύεται απλώς με την κοινωνική δικαιοσύνη. Το μέγα ζήτημα σήμερα δεν είναι η τιθάσευση της φύσεως, αλλά η τιθάσευση της προόδου που ταυτίζεται με την οικονομοτεχνική ισχύ και μετατρέπει τις κοινωνίες σε ασφυκτικά οργανωμένους καταυλισμούς.

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία που η Αριστερά αναλαμβάνει ευθύνη διακυβέρνησης. Οι ώς τώρα κυβερνήτες και το πολιτικό προσωπικό τους ισορροπούσαν επιλέγοντας τον πλουτισμό και τη δόξα αδιαφορώντας για τις ανάγκες των πολιτών. Για ποιο λόγο υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει το ελληνικό κράτος κ. Ζέρβα;

Σύμφυτο με το ερώτημα τι είναι σήμερα η Ε.Ε., είναι και το ερώτημα γιατί υπάρχει το ελληνικό κράτος. Ο Τσίπρας καλείται να εμφυσήσει πνεύμα εθνικής ομοψυχίας. Όπως ακριβώς πέτυχε να συνθέσει τα διεστώτα με την περίτρανη εκλογική του νίκη, έτσι θα πρέπει και να αποβλέψει σε μία νέα πνευματική σύνθεση του Ελληνισμού. Χωρίς μία νέα ελληνική ιδέα δεν μπορεί να ορθοποδήσει τίποτε.

Οι αριστερές, προοδευτικές ιδεοληψίες πρέπει να μετριασθούν αλλά και να σαρωθούν οι συντηρητικές ακαμψίες. Το ζητούμενο είναι η σύνθεση ενός ήπιου εκσυγχρονισμού και φωτεινής συντήρησης.

Το πρόβλημα της παιδείας όπως και το πρόβλημα της ορθόδοξης εκκλησίας είναι εξαιρετικώς λεπτά ζητήματα.

Εάν με τον όρο «αριστεία» εννοείται ο υπερτεχνολογικός προσανατολισμός με γνώμονα το IQ, τότε ας καταργηθεί. Χρειάζονται όμως σχολεία αρίστων, όπου η έμφαση δεν θα δίδεται στη διάνοια και στον εγκέφαλο, όπως θέλει σήμερα η Ε.Ε. Παιδεία αρίστων είναι η παιδεία των ερωτημάτων. Εγκέφαλοι και διάνοιες επεξεργάζονται τα τραπεζικά προγράμματα και χαράσσουν τις οικονομικές πολιτικές. Η τεχνική καθιστά τον πολίτη τάμπουλα ράζα. Πώς να αντιμετωπίσει ο υπερτεχνολογικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης τα φιλοσοφικά και ιστορικά ερωτήματα που ενσκήπτουν με τόση δριμύτητα στις μέρες μας;

Ένα δεν πρέπει να λησμονείται: το ελληνικό κράτος δεν προέκυψε από τη μακροχρόνια και βίαιη διεργασία εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της θεολογίας του που θα οδηγούσε στη διαμόρφωση των σύγχρονων δυτικών κρατών και της πολιτικής φιλοσοφίας τους γενικότερα.

Μια μικρή χώρα με περιορισμένα παραγωγικά μέσα και ιδιαίτερη παραγωγική νοοτροπία έχει ανάγκη από ένα δίκαιο κράτος. Εάν αφεθεί στο έλεος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δεν θα μείνει τίποτε. Σκεφθείτε μόνο το προοδευτικό πνεύμα των αιρετών της τοπικής αυτοδιοίκησης που με τον όρο ανάπτυξη εννοούν τη μεταφύτευση του Λος Άντζελες και της ισπανικής Ριβιέρας στις περιοχές τους. Η λογική αυτή πρέπει να καταπολεμηθεί πάση θυσία, όποια κι αν είναι τα βραχυπρόθεσμα οφέλη της.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Ξυδάκης: "Το ακραίο κέντρο είναι η νέα δεξιά"




Συνέντευξη του Νίκου Ξυδάκη στην Κωνσταντίνα Βούλγαρη (από εδώ) 


Γιατι ενας σοβαρός και καταξιωμένος δημοσιογράφος σαν κι εσας, αποφασίζει να κατέβει υποψήφιος στις εκλογές;

Για πολλούς λόγους. Διότι η ιστορική περίοδος που ζούμε είναι εξαιρετικά κρίσιμη· οι πολίτες πρέπει να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, και η βουλευτική υποψηφιότητα είναι μέρος της δράσης του πολίτη. Διότι κάποια στιγμή ανοίγεται μια πρόκληση για αλλαγή πορείας. Διότι η αποκτημένη δημόσια εμπειρία πρέπει να μεταφέρεται και στον χώρο της εφαρμοσμένης πολιτικής.

Εαν εκλεγείτε, ποια είναι τα τρία πρώτα θέματα που θέλετε να ασχοληθείτε, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για σας;
 
Σε επίπεδο κοινοβουλευτικού έργου:
1. Δημιουργία προϋποθέσεων για καταπολέμηση ανεργίας. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για άνεργους ελευθεροεπαγγελματίες – μικροεπιχειρηματίες.
2. Διαφάνεια και ταχύτητα σε δημόσια έργα και δημόσιες προμήθειες.
3. Στρατηγική για ανάπτυξη πολιτιστικής δημιουργίας και πολιτιστικών προϊόντων με προστιθέμενη αξία.

Είστε ενας άνθρωπος που κινείται μέσα στην πόλη και συνομιλεί με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους… Ποιες ειναι οι προσδοκίες και οι φόβοι του κόσμου από μια κυβέρνηση της αριστεράς; Θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στις πρώτες δυσκολίες που τυχόν να αντιμετωπίσει;
 
Εκτιμώ ότι ο κόσμος διψά για δικαιοσύνη και για αξιοπρέπεια. Φοβάται τις  υποχωρήσεις ή την ολιγωρία απέναντι στα οργανωμένα συμφέροντα των ολιγαρχών.
Θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ αν τον δει σταθερό και θαρραλέο.

Ποια τα πρώτα εμπόδια που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια πιθανή αριστερή κυβέρνηση;
 
Πρώτα, η πίεση από τους δανειστές: θα τον πιέσουν να παραμείνει στο φονικό πρόγραμμα λιτότητας. Εκεί, πιστεύω ότι θα βρεθεί ένας συμβιβασμός, επ’ ωφελεία όλων.
Δεύτερον, η αντίδραση από τα οργανωμένα συμφέροντα της κλεπτοκρατίας, όταν θα δουν ότι απειλείται το ισχύον σύστημα αναπαραγωγής και νομής της εξουσίας.

Εν όψει της ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών, τι σκέψεις σας δημιουργεί ο αναστοχασμός της ιστορίας της αριστεράς στην Ελλάδα;
 
Νομίζω ότι φτιάχνουμε την Αριστερά του 21ου αιώνα. Με νέες προκλήσεις και προβλήματα, πολύ δυσκολότερα και πιο σύνθετα, από τα αντίστοιχα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά ζητήματα όπως το θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής, το συμφωνο συμβίωσης σε ομόφυλα ζευγάρια, και οι φυλάκες τύπου Γ' που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολυ συγκεκριμένες θέσεις. Ειναι όμως ζητήματα που τμήματα της κοινωνίας τα βλέπουν με επιφύλαξη ή άρνηση… Πώς θα το αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση;
 
Νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει την κοινωνία ότι η ανεκτικότητα είναι δημοκρατική αρετή εκ των ων ουκ άνευ, ότι δεν απειλεί τις πλειοψηφίες, αντιθέτως ενισχύει την κοινωνική συνοχή.
   
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ενα κόμμα που εκτος απο το κοινοβουλευτικο του εργο, είχε και μια δυνατή παρουσία μέσα στα κινήματα, τον Δεκέμβρη του 2008, στις πλατείες το 2011… Πολυς κόσμος από τον χώρο της Αριστερας νοιωθει ότι με το «μεγάλωμα» του ΣΥΡΙΖΑ και την θέση του σαν αξιωματικη αντιπολίτευση, η σχέση του με τα κινηματα εχει ατονήσει… Ποια μπορεί να ειναι η σχέση των κινημάτων με μια αριστερή κυβέρνηση;

Τα κινήματα πρέπει να ασκούν κριτική στην εξουσία. Μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνά “κινηματικά”, αλλά μπορεί να ακούει τα κινήματα και να μαθαίνει.

Πως θα χαρακτηρίζατε τον πολιτικό λόγο που απευθύνει η κυβέρνηση Σαμαρά αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ στους πολίτες;
 
Ο Σαμαράς κηρύττει τον διχασμό και το φόβο. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει, και το κάνει, να κηρύττει την ενότητα και το μεγάλο Ναι στη ζωή.

Ειναι νομιζω δεδομενο και αποδεκτό απο όλους, ότι αυτή η κρίση εκτός από οικονομική, πολιτική και κοινωνική, είναι και μια κρίση αξιών… Τι μπορούμε να προσδοκούμε σε αυτόν τον τομέα από την αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής στην Ελλάδα;
 
Από την εθνική κατάθλιψη κινδυνεύουμε να βρεθούμε στη μοιρολατρική αποδοχή μιας ζωής χωρίς μέλλον, χωρίς οράματα, σε μια κατάσταση παραίτησης και δουλείας.

Η αλλαγή σημαίνει όχι μόνο την αναζωπύρωση της ελπίδας, αλλά και την ανάληψη της ευθύνης για τη ζωή μας.

Έχουν γίνει πολλές τοποθετήσεις για τον ρόλο ή την απουσία λόγου των «διανοουμένων» σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Εσεις τι σκέφτεστε πάνω σε αυτό;

Τις περασμένες δύο δεκαετίες  στην Ελλάδα οι περισσότεροι διανοούμενοι, όχι όλοι, ήταν εξουδετερωμένοι και ακίνδυνοι, ουσιαστικά κανείς δεν τους ρωτούσε για τίποτε. Με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν πολλοί υπηρεσιακοί διανοούμενοι, συντεταγμένοι κάτω από τη σημαία του “αντιλαϊκισμού”, πρόθυμοι να υπερασπιστούν το σύστημα που κατέστρεφε τους ανθρώπους και τη δημοκρατία. 

Η κρίση πυροδότησε μεταλλάξεις και αποκαλύψεις: Πολλοί πρώην αριστεροί ή κεντρώοι έχουν μεταλλαγεί σε ακραίους, σε αντιδημοκράτες, σε ψευδοφιλελεύθερους ταλιμπάν, συμπορευόμενοι με παραδοσιακούς ακροδεξιούς και ανεχόμενοι φασίστες. Νέο χαρακτηριστικό είναι η δηλωμένη απέχθεια των ακραίων κεντρώων για τον λαό και η εμμονική υποστήριξη μιας πολιτικής των τεχνοκρατών και των “αρίστων”.  Το ακραίο κέντρο είναι η νέα δεξιά.


* Ο Νίκος Ξυδάκης θα είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στη Β' Αθήνας



Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Το σύστημα έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια




Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στον Στρατή Μπουρνάζο (από εδώ)


Η Γυμνή βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, παρότι μιλάει για την οικονομία και την κυριαρχία της, δεν είναι ένα βιβλίο οικονομικό. Είναι ένα έργο συνολικό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, ότι είναι ένας πολιτικός στοχαστής, με όλη τη σημασία του όρου, και επίσης κατεξοχήν Ευρωπαίος: τόσο επειδή η οπτική του είναι ευρωπαϊκή και διεθνής όσο και γιατί συνομιλεί, όπως και με τα προηγούμενα έργα του, με τους μεγάλους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Η Γυμνή Βασίλισσα (που είναι, βέβαια, η οικονομία, και ιδίως η νεοφιλελεύθερη οικονομία) υπερβαίνει τις επιστημονικές εξειδικεύσεις και κλάδους, μέσα από ένα συνολικό πρίσμα. Και το κάνει με γραφή σαφή και απλή (σε σχέση και με προηγούμενα βιβλία του), και συγχρόνως πλούσια, που αντλεί από πολλές επικράτειες, πέραν της θεωρίας και της φιλοσοφίας, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία. Ένα έργο που, με βαθιά πολιτική αγωνία, ανοίγει ζητήματα και θέτει καίρια ερωτήματα, χωρίς να δίνει εύκολες ή τελεσίδικες απαντήσεις. Γιατί, όπως λέει, «είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πανούργα Ιστορία μάς περιμένει στη γωνία».
Στρ. Μπ.


Θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση η οποία, όπως γράφεις, αποτελεί κεντρικό άξονα της Γυμνής βασίλισσας ότι το σύστημα έχει φτάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτω στο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, αλλά πολιτικό: Αν και υπό ποίους όρους το παγκοσμίως εξελισσόμενο νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Και όταν λέω αναπαραχθεί, εννοώ αν οι ολοένα οξυνόμενες υφέρπουσες αντιφάσεις είναι δυνατόν να θεραπευθούν ή να αρθούν με τα μέσα τα οποία δίνει το σύστημα στις πολιτικές εξουσίες.

Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, είτε αυτά ήταν δημοκρατικά είτε αυταρχικά είτε φιλελεύθερα είτε ακόμα φασιστικά, το καπιταλιστικό κράτος είχε μια θεμελιώδη ευθύνη: την ευθύνη να αναπαραγάγει το σύστημα. Kαι το έκανε μέσα από θεσμούς και μηχανισμούς, εν ανάγκη μετατρεπόμενο σε κράτος έκτακτης ανάγκης. Εδώ, ακριβώς, πιστεύω, έγκειται η κρισιμότητα των σημερινών καιρών. Η παγκοσμιοποίηση, αν δεν έχει καταλύσει, έχει αμβλύνει εξαιρετικά, σε σημείο πρωτοφανές, την παρεμβατική ικανότητα των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών, των κρατών και, κατ’ επέκταση, των οργανωμένων κοινωνών. Το αποτέλεσμα είναι οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον των λαών να μην παίρνονται από τα κράτη – εξαιρώ τα πολύ μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)· μιλάω για όλα τα άλλα, τα περισσότερα, και προφανώς για την Ελλάδα.

Οι μεγάλες αποφάσεις, λοιπόν, λαμβάνονται από αυτό που ονομάζουμε αγορές. Οι αγορές δεν είναι η αγορά. Η αγορά ήταν μια ιδέα, μια fictio, ένα πλάσμα, ένα αφηρημένο σύστημα ισορροπιών ανάμεσα σε ελεύθερα αναπτυσσόμενες δυνάμεις. Ενώ οι αγορές είναι ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό– τα συγκροτημένα και εξειδικευμένα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί.

Αποφασίζουν λοιπόν οι αγορές, και όχι τα κράτη. Οι αγορές, όμως, λειτουργούν βάσει του κοντόφθαλμου οικονομικού τους συμφέροντος, της άμεσης κερδοσκοπίας. Υπό τους όρους αυτούς, δεν υπάρχει πια ένας κεντρικός μηχανισμός νόμιμης εξουσίας, όπως τα κράτη, που να έχει ως κύριο αντικείμενο την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό των κοινωνιών.

Το σύστημα πλέον δεν διαθέτει τη δυνατότητα άμεσων παρεμβάσεων, με στόχο τη μακρόπνοη συντήρησή του. Είναι ένα σύστημα το οποίο επιβάλει μια ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική, επομένως και πολιτική, ετερονομία και που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, παραδόξως, λειτουργεί ολοένα και πιο αυταρχικά!

«Κρίση αναπαραγωγής» όμως είχαμε και άλλες φορές στο παρελθόν. Είναι μια κατάσταση διαφορετική η σημερινή.

Βέβαια. Έχουμε μια κρίση πολιτισμική, αν θεωρήσουμε ότι η έννοια γένους, η πιο ευρεία έννοια, είναι ο πολιτισμός. Από έναν πολιτισμό που είχε κεντρική αξία την αυτονομία της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας έχουμε οδηγηθεί σε έναν ετερόνομο πολιτισμό, όπου κυριαρχούν οι εξωγενείς δυνάμεις. Η ΤΙΝΑ (There Is No Altertanative) είναι ένας κλειστός μονόδρομος, χωρίς εναλλακτικές. Όλα ρυθμίζονται ή απορρυθμίζονται στο τώρα, στο σήμερα. Αναρωτιέμαι όμως αν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον χωρίς συγκρούσεις και τριγμούς, άρα χωρίς ανατροπές και επαναστάσεις. Αυτό, θα έλεγα, είναι το μείζον ερώτημα τα επόμενα τριάντα ή σαράντα χρόνια: τι μπορεί να είναι η Ιστορία, από τη στιγμή που ορισμένοι πιστεύουν ότι τελειώνει;

Καθώς λοιπόν το σύστημα είναι σε κρίση, φτάνει στα όριά του, σε κρίση βρίσκονται και οι βασικές αξίες, όλες οι «μεγάλες λέξεις της πολιτικής νεωτερικότητας», όπως τονίζεται και στο βιβλίο.

Όλες αυτές οι έννοιες έχουν χάσει τη σημασία τους. Δημοκρατία, ασφαλώς, εξακολουθούμε να έχουμε, τύποις· δεν έχουμε δικτατορία. Ευτυχώς. Αλλά η δημοκρατία αυτή δεν επιτρέπει στον «κυρίαρχο λαό» να αποφασίζει ελεύθερα για το μέλλον του. Κυριαρχία δεν υπάρχει πια, ούτε εθνική ούτε λαϊκή. Φτάνουμε δηλαδή σε μια εποχή μετακυριαρχική, μεταδημοκρατική ή, αν θέλετε, μετα-αντιπροσωπευτική. Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει γενικό συμφέρον, όπως και αν το ορίσει κανείς.

Ας δούμε, π.χ., τρεις εμβληματικές λέξεις της νεωτερικότητας, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα. Τι έχουμε; Πλήρη ελευθερία σε ό,τι αφορά την επιδίωξη του κέρδους, αλλά οι άλλες ελευθερίες, οι οποίες δειλά δειλά και με κόπο θεσπίστηκαν βάλλονται πανταχόθεν. Η ελευθερία της κίνησης και της έκφρασης έχουν πληγεί, το δικαίωμα στην παιδεία, στην πρόσβαση στην υγεία έχει καταρρακωθεί, η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού έχει φιμωθεί.

Όσον αφορά την ισότητα, τώρα. Πάντα ήταν μια λέξη συμβολική, ένας στόχος, ένα πρόταγμα, σήμερα όμως η μόνη ισότητα η οποία προβάλλεται ως ευκταία είναι η «ισότητα ευκαιριών», η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά οργανωμένη ανισότητα, στις ταξικές κοινωνίες όπου ζούμε. Είναι μια καραμέλα, την οποία πιπιλίζουν όλες οι άρχουσες ιδεολογίες, για να αποφύγουν να μιλήσουν για ισότητα.

Η αδελφότητα τώρα –ή αλληλεγγύη αν προτιμάτε, όπως «μεταφράζουν» πολλοί τον όρο σήμερα– έχει μπει στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας.

Πώς μπορούμε όμως να επανανοηματοδοτήσουμε αυτές τις λέξεις σήμερα;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ανάμεσα στα άλλα, οι αναγκαιότητες οι οποίες επιβάλλονται από τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας είναι τόσο πιεστικές, τόσο ψυχαναγκαστικά παρούσες, ώστε καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να προσδώσουμε συγκεκριμένο κοινωνικό και ιδεολογικό νόημα σε αυτές τις λέξεις που έχουν πάψει να αποτελούν αφετηρία ρυθμίσεων.
Ένα παράδειγμα. Νομίζω ότι δεν έχουμε καταλάβει (και δεν μιλάω για την Ελλάδα μόνο) την τεράστια τομή η οποία επιχειρείται μέσα από τους φορολογικούς «παραδείσους» ή τις εξωχώριες οντότητες, οι οποίες ανέκαθεν υπήρχαν αλλά απέκτησαν θηριώδη δύναμη τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, ακόμα και de jure, το μεγάλο κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει το πλήρες απυρόβλητο, σε σχέση με οποιαδήποτε συγκροτημένη, κρατικά οργανωμένη εξουσία. Φτάσαμε σε ένα σημείο όπου δεν υπάρχει κανένα κανονιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των κεφαλαίων. Το Washington Consensus λέει ότι όλα τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα και προστατεύονται ανεξάρτητα με το πού βρίσκονται. Αυτές οι εξωχώριες μορφές δεν είναι τίποτα άλλο από την κατάργηση κάθε κανονιστικού, κρατικού ή άλλου, ελέγχου. Μέσα από τις εξωχώριες κατοχυρώσεις, το κεφάλαιο είναι πλέον σε θέση να απαλλαγεί από τις προαιώνιες ηθικές, αξιακές ή κανονιστικές μορφές που μείωναν την απόλυτη ισχύ του. Το ίδιο ισχύει και για το περίφημο δίκαιο του Σίτυ του Λονδίνου.

 Το πρίσμα μας, σε όλη τη συζήτηση, είναι η Ευρώπη, η Δύση. Αν βάλουμε όμως στην οπτική μας τη Λατινική Αμερική, τα δεδομένα, τα πολιτικά τουλάχιστον, τροποποιούνται.

Kαταρχάς, θα έλεγα ότι η Λατινική Αμερική, πολιτισμικά, είναι μέρος του δυτικού κόσμου. Είναι ένα από τα κομμάτια της Δύσης — και αυτοί παιδιά του Διαφωτισμού είναι, και στο όνομα των ίδιων αξιών οδηγούνται σε εκρήξεις και αμφισβητήσεις. Η Λατινική Αμερική, αλλά και το διαφαινόμενο εκρηκτικό μείγμα αντιδράσεων που αρχίζουν και εμφανίζονται, διάσπαρτες, στην Αμερική και την Ευρώπη, μας δείχνουν ότι οι προεκτάσεις της κρίσης είναι άδηλες και ανεξέλεγκτες.

Αλλά για αυτό που με ρωτάς θα ανατρέξω στον Αντόρνο και την καταπληκτική αλληλογραφία του με τον Τόμας Μαν. Σε κάποιο σημείο λέει ότι, παρόλες τις αρνητικές διαστάσεις και προεκτάσεις της ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τελικά –δεν το λέει έτσι ρητά, εγώ το αναδιατυπώνω– ελπίζει στη Δύση. Και επισημαίνει ότι οι μη δυτικοί πολιτισμοί, τα τελευταία διακόσια χρόνια, όντας καθημαγμένοι μέσα από τα οριενταλιστικά κατακτητικά σχήματα, αναγκάστηκαν να εξελιχθούν ως κακέκτυπα ενός δυτικού πολιτισμού, τον οποίο μιμούνται. Οι σχέσεις τους με τη Δύση υπήρξαν σχέσεις αγάπης και μίσους, έλξης και απώθησης.

 Αφού μιλήσαμε για αντιδράσεις, θέλω να σημειώσω ότι σε μια σειρά κινήματα, από το Occupy Wall Street μέχρι την Αραβική Άνοιξη και τους Αγανακτισμένους, τα ζητήματα της δημοκρατίας και της ισότητας ήταν κεντρικά.

Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ένα υφέρπον ηφαίστειο, το οποίο, αν και δεν εκρήγνυται, κοχλάζει. Είναι κινήματα ετερογενή, πολύμορφα, ναι. Αλλά σάματις πριν εμφανιστεί το οργανωμένο κομμουνιστικό κίνημα, οι αντιδράσεις δεν ήταν διάχυτες, αντιφατικές και άμορφες; Το νέο δεν μπορεί να εμφανιστεί αλλιώς, παρά σαν κάτι το απρόβλεπτο. Και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι η δυναμική της Ιστορίας, έστω κι αν φαίνεται αδιέξοδη, θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε νέες λύσεις. Καπιταλισμός υπάρχει εδώ και τριακόσια χρόνια. Είναι μονάχα μια στιγμή. Πιστεύουμε αφελώς ότι η Ιστορία είπε την τελευταία της λέξη; Η Ιστορία δεν λέει ποτέ την τελευταία της λέξη: όπως λέει κάπου ο Γκαίτε, τίτλοι τέλους δεν πέφτουν ποτέ. Όταν είμαστε μέσα στο γίγνεσθαι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να παίζουμε και να στοιχηματίζουμε με το γίγνεσθαι.

 Θα επιμείνω λοιπόν στο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ποιο νέο περιεχόμενο μπορεί να πάρει;

Ας αφήσουμε κατά μέρος την έννοια «αδελφότητα», που είναι κάπως ηθικοπλαστική. Θα μείνω στις άλλες δύο, τις βασικές έννοιες που κατασκευάστηκαν από τη νεωτερικότητα: την Ελευθερία και την Ισότητα. Οι δύο αυτές έννοιες, λογικά, στο βάθος είναι ασύμβατες. Διότι η ατομική ελευθερία σημαίνει ότι τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ό,τι θέλουν, και ισότητα σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος μηχανισμός ο οποίος τα αναγκάζει να υπακούσουν σε ένα σύστημα κοινών για όλους προδιαγραφών, σε ένα κοινό για όλους μέτρο.

Λογικά ασύμβατες, ωστόσο, δεν σημαίνει και ιστορικά ασύμβατες. Γιατί, ιστορικά, όλο το σύστημα ιδεών που συγκρότησε τον δυτικό πολιτειακό λόγο εμπνεύστηκε από την ανάγκη να συνθέσει την ελευθερία με την ισότητα, να περιορίσει την ελευθερία χάριν της ισότητας και την ισότητα χάριν της ελευθερίας. Αυτή η σύνθεση, η οποία υπήρξε θεμελιώδης στην ιστορία των ιδεών και του πολιτισμού, αναφέρεται στην άρθρωση, στην κατασκευή ενός δίπολου, το οποίο επί τριακόσια χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο του προβληματισμού γύρω από το ζήτημα του ιδεώδους καθεστώτος.

Σε όλα όσα λες, θα πρόβαλα έναν προφανή αντίλογο: ότι κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, εκτός από την ελευθερία, την ισότητα, τη δημοκρατία είναι και η αποικιοκρατία, ο ναζισμός — που δεν είναι απλώς «κηλίδες», είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Προφανώς! Θα απαντήσω αναφερόμενος στην Αρνητική Διαλεκτική του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ: ο Διαφωτισμός εμπεριέχει τις προϋποθέσεις της ανατροπής, της αναίρεσής του· δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα οριστικά προοδευτικό σύστημα, το οποίο μας οδηγεί νομοτελειακά στο καλύτερο, στην αέναη πρόοδο. Απεναντίας, μπορεί να μας οδηγήσει σε παλινδρομήσεις, βαρβαρότητες, καταστροφές. Ο Αντόρνο, στην αλληλογραφία του, που ανέφερα παραπάνω, δεν ελπίζει ότι η σωτηρία, το ex Oriente lux, θα οδηγήσει σε νέα σχήματα. Αντιθέτως, φαίνεται να πιστεύει ότι ο δυτικός πολιτισμός εμπεριέχει μέσα τα σπέρματα τόσο της καταστροφής όσο και της ελπίδας. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μην επισημαίνουμε τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού, αλλά και να μην ελπίζουμε ότι, κάποτε, θα κεφαλαιοποιήσουμε τις κατακτήσεις του.

Θα μου επιτρέψεις, εδώ, μια παρέκβαση: οι πολιτισμικές προεκτάσεις του ναζισμού είναι πάμπολλες. Θα μνημονεύσω μία, αυτό που η Χάνα Άρεντ ονομάζει «κοινοτοπία του κακού». Η λογική της υποταγής στις εντολές απαλλάσσει πάσης ευθύνης τον υποτασσόμενο, και έτσι το οποιοδήποτε «κακό» είναι πιθανό και αποδεκτό. Θα ισχυριζόμουν ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα, όχι σε σχέση με την υπακοή στον Χίτλερ ή την ανείπωτη φρίκη του ναζισμού (φυσικά, και το τονίζω, αυτό δεν σημαίνει, κατά κανέναν τρόπο, ότι ζούμε μια κατάσταση αντίστοιχη με αυτή που επέβαλε ο ναζισμός), αλλά όσον αφορά την ανθρώπινη εξαθλίωση. Η εξαθλίωση, η καταστροφή των ανθρώπων, με εγκατάλειψη των ανθρώπων στην αθλιότητα της μοίρας τους, θεωρείται ως αδυσώπητο και άτεγκτο αποτέλεσμα αντικειμενικών «ορθολογικών» μηχανισμών. Με αυτή την έννοια, επομένως, η εξαθλίωση έχει γίνει γενικά αποδεκτή, άρα και κοινότοπη. Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: κάνοντας κοινότοπη την εξαθλίωση, βγάζουμε την εξαθλίωση από την καθημερινή μας σύγκρουση ιδεών, τη θεωρούμε αυτονόητη, τη συγχωρούμε και την αντιπαρερχόμαστε. Αυτό είναι από τα μείζονα πολιτισμικά προβλήματα, τα οποία μας έχει επιβάλει η κυρίαρχη άποψη σήμερα: ότι αποδεχόμαστε την εξαθλίωση ως αναγκαία. Όμως, μια κοινωνία που συναποδέχεται την εξαθλίωση αρθρώνει έναν λόγο που είναι ο ίδιος ηθικά άθλιος. Όπως ο Μαρξ μιλάει για τη φιλοσοφία της αθλιότητας και την αθλιότητα της φιλοσοφίας, μπορούμε να μιλήσουμε για τη σκέψη της αθλιότητας, που αποδέχεται την εξαθλίωση, για την αθλιότητα της ίδιας της σκέψης. Σε κάθε ιστορική περίοδο, η επιλογή των αποδεκτών προβλημάτων και, σε αντιδιαστολή με εκείνα, των προβλήματα που θεωρούνται λελυμένα δείχνει το πολιτισμικό και ηθικό επίπεδο της κοινωνίας. Από τη στιγμή που δεν θεωρούμε ότι η αθλιότητα πρέπει να είναι κύριο αντικείμενο πολιτικής διαμαρτυρίας, σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης, ο πολιτισμός μας δεν καρκινοβατεί απλώς, αλλά οπισθοδρομεί, και μάλιστα ραγδαία.

Αναφέρεσαι σταθερά, και στη συζήτησή μας και στο βιβλίο, σε αυτή την παράδοση των ευρωπαϊκών αξιών. Ποια σχέση όμως έχει η Ε.Ε. του 2014 με αυτήν;

Αν απαντούσα με μία λέξη θα έλεγα: ελάχιστη. Τα πράγματα όμως είναι πιο σύνθετα. Αρχίζω λοιπόν με τη δήλωση ότι το ευρωπαϊκό πείραμα είναι από τα σημαντικά εγχειρήματα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, για να φτιαχτεί μια νέα συμπολιτεία, να την πω έτσι, με στόχο, πρώτον, την κατάργηση των πολέμων και, δεύτερον, τη δημιουργία μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής οντότητας, που θα μπορούσε να πραγματώσει τις ευρωπαϊκές αξίες. Η προσπάθεια αυτή θεωρώ ότι έφτασε στο απόγειό της με τον Ντελόρ, τον τελευταίο Ευρωπαίο ηγέτη που σκεφτόταν με προοπτική ετών, που ονειρευόταν μια Ευρώπη που θα έλυνε τις μεγάλες αντιφάσεις του προπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν τα κατάφερε. Η Ευρώπη σήμερα είναι φερέφωνο των αγορών, που σκέφτονται μόνο βραχυπρόθεσμα. Μιλάμε συχνά για τα συμφέροντα της Γερμανίας, για τη Μέρκελ που επιβάλλει τις θελήσεις και τα συμφέροντά της. Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο: Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες σήμερα σκέφτομαι κοντόφθαλμα, σκέφτονται πώς θα βγάλουν το επόμενο εξάμηνο, τον επόμενο χρόνο. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καλό ευρωπαϊκό μέλλον, αν δεν αλλάξει η νοοτροπία αλλά και η δομή των εξουσιών στην Ε.Ε. Θα είναι δράμα αν εκραγεί η Ε.Ε., αλλά θα είναι επίσης δράμα αν εξακολουθήσει να λειτουργεί όπως σήμερα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το σύστημα μπορεί να αναπαράγεται αδιατάρακτα με τον τρόπο που το έκανε μέχρι τώρα. Και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, για το ευρωπαϊκό πλέον γίγνεσθαι, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα: το ενδεχόμενο δηλαδή, ολοένα και πιο πιθανό, μιας αριστερής κυβέρνησης.

 Θα ήθελα να μείνουμε σε αυτή την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Για πρώτη φορά, τα τελευταία δέκα –για να μην πω πενήντα– χρόνια υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο σε μια χώρα της ΕΕ να αρχίσει να αμφισβητείται η κατεστημένη ευρωπαϊκή ηγεσία και οι κατεστημένες μορφές βραχυπρόθεσμων και κοντόφθαλμων λύσεων των προβλημάτων. Και το μεγάλο στοίχημα, βέβαια, είναι οι ελληνικές εξελίξεις να έχουν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Αλλιώς, είναι προφανές ότι μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη της. Εάν όμως μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα –ή αλλού– έχει πολλαπλασιαστικές προεκτάσεις και εάν ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης θέσει επί τάπητος τις καταστατικές αρχές βάσει των οποίων θέλει να λειτουργήσει η Ε.Ε., τότε μπορεί να υπάρξει ένας από κοινού λειτουργών ευρωπαϊκός λαός. Και τότε θα έχουμε να κάνουμε με μια νέα Ευρώπη.

Φυσικά, κάθε τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι σπαρμένο με αγκάθια, καθώς και η συμμαχία με άλλες δυνάμεις εκτός Ελλάδας. Το δημοκρατικό ιδεώδες και το συμφέρον του λαού έρχεται σε αντίθεση με δυνάμεις τεράστιες, που ξεπερνάνε τη χώρα, ξεπερνάνε τους θεσμούς, ξεπερνάνε ό,τι γνωρίζαμε έως τώρα. Το παιχνίδι θα είναι σκληρό, πάρα πολύ σκληρό, πριν και μετά τις εκλογές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι απαισιόδοξος.

Από πού μπορούμε να αντλήσουμε, λοιπόν, αισιοδοξία;

 Η δύναμη της Αριστεράς έχει θεμέλιο και βάση τον λαό· αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία, αλλά και η ευκαιρία, και από εκεί πηγάζει και η αισιοδοξία. Στο μέτρο, άλλωστε, που εξακολουθεί κανείς να θέλει να μετέχει στο γίγνεσθαι, με οποιονδήποτε τρόπο (είτε τέχνη κάνει είτε επιστήμη είτε πολιτική) η απαισιοδοξία συνιστά contradictio ad rem. Μετέχει κανείς στο γίγνεσθαι, γιατί θεωρεί ότι μπορεί να συμβάλει σε κάτι το οποίο θέλει να γίνει, κάτι στο οποίο πιστεύει. Αλλιώς, τα παρατάει. Και εγώ, προσωπικά, δεν έχω καμία διάθεση να παραιτηθώ από τον λόγο και τη συνείδησή μου. Δεν μου μένει, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά να παραμένω αισιόδοξος, και να γίνομαι πιο αισιόδοξος.


Φωτογραφία: Γιώργος Οικονομόπουλος