Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Σεβαστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Σεβαστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Και τώρα, πού πάμε;




Του Νικόλα Σεβαστάκη (από εδώ)


Τέσσερις δεκαετίες ζούμε στο κατόπι της Μεταπολίτευσης και των χρονικών της. Μας απασχολούν τα ανώγια και τα κατώγια, οι επίσημες κι οι παράτυπες όψεις της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής του ύστερου 20ού αιώνα. Οι απολογισμοί, περισσότερο πικροί παρά γενναιόδωροι, περισσεύουν. Ζούμε, κυρίως, με την απορία για το πού ακριβώς κατευθυνόμαστε, για τον προσανατολισμό αυτού του κράτους και της συγκεκριμένης κοινωνικής του ενδοχώρας.

Τα τελευταία χρόνια, η κρίση πυροδότησε ουσιαστικά όλες τις εκδοχές παρωδιακής αναβίωσης ή δογματικής αποκήρυξης της Μεταπολίτευσης. Εχει έλθει η ώρα να τεθεί και το πραγματικό ερώτημα, πέρα από το άγχος για την ανάσταση παλαιάς κοπής αγωνιστικών ριζοσπαστισμών αλλά και δίχως εχθρότητα προς τον δημοκρατικό άνεμο των χρόνων μετά το ’74, αίσθημα φανερό ακόμα σε ορισμένους κύκλους της πολιτικής και της διανόησης.

Το πραγματικό ερώτημα νομίζω ότι αφορά τη νέα επινόηση της δημοκρατίας μας ως πολιτικής κοινότητας αλλά και ως κοινωνικών πρακτικών που συναποτελούν τον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι σημαίνει όμως «επινόηση» όταν αναφερόμαστε σε δημόσια πρότυπα και πολιτικές συλλήψεις; Υπάρχει, ως γνωστόν, ο πειρασμός να δοθεί μιαν απάντηση στο ερώτημα με ένα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», λύση που προωθεί πλέον έναν ακραίο εκλεκτικισμό σερφάροντας, δίχως ιεράρχηση, απ’ τα αντικρατικά στερεότυπα της νεοφιλελεύθερης Κεντροδεξιάς ώς την πολιτισμική Αριστερά. Σε αυτή την περίπτωση, η νέα επινόηση της δημοκρατίας συνδέεται κυρίως με μια «μεταπαραδοσιακή» ατζέντα διαλόγου που βγάζει εκτός συμμαχίας μόνο τους φασίστες ή τους απροκάλυπτα αντιδραστικούς.

 Την ίδια στιγμή, η δεσπόζουσα εκλογικά και πολιτικά έκφραση της Αριστεράς στον τόπο μας συνεχίζει να υποτιμά τα αδιέξοδα και τις σημαντικές στρεβλώσεις που γιγαντώθηκαν και στο έδαφος προοδευτικών ή «φιλολαϊκών» κοινωνικών θεσμών των προηγούμενων δεκαετιών. Συχνά εκπέμπεται το μήνυμα πως το μοναδικό πρόβλημα από το 1974 και έπειτα υπήρξαν κάποιες κακές ολιγαρχίες, αθωώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνθετο πλέγμα ηθών και πρακτικών που ιδιωτικοποίησαν την ελληνική δημοκρατία πριν ακόμα προβληθούν θεσμικά οι λεγόμενες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων.

Από τη μία βλέπουμε να προωθείται η «υπέρβαση» του παλαιοκομματισμού με όρους μεταπολιτικής και επιτροπών σοφών. Από την άλλη, είναι ορατή η αδυναμία ή και η απροθυμία του αριστερού ριζοσπαστισμού να προτείνει μια νέα πολιτική ενότητα μακριά από τη μυθολογική χρήση των «ανένδοτων αγώνων» ή την αυταπάτη για ηγεμονικές αυτοδυναμίες.

Παρ’ όλα αυτά, οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις δεν είναι στατικές. Είναι περισσότεροι σήμερα όσοι έχουν καταλάβει ότι μια ανάπτυξη με τοξικούς Ασωπούς, μπαζωμένα ρέματα και σπατάλες Ολυμπιακών διαστάσεων θα ήταν ανεπιθύμητη. Πολύ περισσότεροι, επίσης, είναι εκείνοι οι οποίοι εκτιμούν τη σημασία ενός κοινωνικού κράτους που διαθέτει σοβαρές υποδομές αλλά και το ευρύτερο κόστος που έχει η υποτίμηση της εργασίας. Πολλοί, τέλος, είναι και όσοι αποδέχονται ένα νέο πλαίσιο κανόνων δικαιοσύνης έχοντας επίγνωση της μη επιστροφής στα θέσμια του προηγούμενου μοντέλου. Από αυτόν εξάλλου τον κόσμο μπορεί και μόνο να στηριχτεί μια αριστερή πολιτική που θα έχει αυξημένη αίσθηση των δυσκολιών και του τραγικού ιστορικού περίγυρου. Και μιλώ για μια απαραίτητη αίσθηση του τραγικού, διότι διαβάζω άπειρες αναλύσεις που περιγράφουν έναν φανταστικό κόσμο χωρισμένο σε νεοφιλελευθερισμό και σοσιαλισμό παρ’ ότι σε ένα μεγάλο μέρος της γης δεν υφίσταται καν πολιτική Αριστερά (σοσιαλιστική), ενώ λίγο πιο μακριά από το χωριό μας την «ηγεμονία» την κερδίζουν με ποταμούς αίματος… σουνίτες τζιχαντιστές που ιδρύουν Χαλιφάτα!

Και στο εσωτερικό όμως επιβάλλεται η παραδοχή της πραγματικότητας: ότι αναπτύσσεται ένας υδροκέφαλος ματαιωμένος εθνικισμός, ένας αντιπολιτικός πρωτογονισμός και ένας αντιδημοκρατικός «ριζοσπαστισμός» που ονειρεύεται την ανόρθωση του έθνους ως εθνοκάθαρση (των κάθε λογής εχθρών και διαφωνούντων). Πληθαίνουν οι συμπολίτες μας που έχουν απολέσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, που χειρίζονται απλώς διαφορετικά διαπροσωπικά ή επαγγελματικά μίση ή κινούνται αποκλειστικά στη βάση της αντεκδίκησης κατά πάντων.

Σαράντα χρόνια έπειτα από την τομή του 1974 όλα είναι λοιπόν πάνω στο τραπέζι. Υπάρχει ο λαός του Μπέου και του Κασιδιάρη αλλά και εκείνοι οι πολλοί Ελληνες που αντιστέκονται στις νέες μορφές βάναυσης χειραγώγησης των λαϊκών αισθημάτων. Και μέσα στην Αριστερά γίνεται πιο επιτακτική, ακόμα και αν δεν συζητείται ανοιχτά, η ανάγκη ενός σαφούς ηθικοπολιτικού διαχωρισμού από τις κουλτούρες του αυταρχικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που μας έρχονται από το παρελθόν. Ακριβώς για να μην περάσει το δημαγωγικό μήνυμα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» μοιάζει πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη διαιρετική τομή Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους του έτους 2014, όχι με τους όρους του 1944, του 1965 ή και του 1989.

Ανάμεσα στο «όλοι οι καλοί Ελληνες χωρούν» και στη φαντασίωση μιας κάθετης διαίρεσης φίλων και εχθρών, ανάμεσα στην έλλειψη ιδεολογικού συνόρου και στον ιδεολογικό αναχρονισμό των εμφυλίων, ανοίγεται το πεδίο των πραγματικών και επισφαλών αναμετρήσεων. Οχι μόνο με την παγίωση της ύφεσης αλλά με την επικίνδυνη παραγωγική, ποιοτική και οικολογική καχεξία του ελληνικού καπιταλισμού. Για να μην προχωρήσει περισσότερο η απαξίωση της ευρωπαϊκής και δυτικής μας ταυτότητας που κατοχυρώθηκε μετά το 1974. Και για να μην κυριαρχήσει στον κοινό νου ο εθνικισμός ως μοναδικός χειριστής της συλλογικής αγωνίας και της ιδέας του γενικού συμφέροντος.

Μια τέτοια πολύπλευρη, διανοητική και πολιτική, αναμέτρηση με τους κινδύνους τού σήμερα και τα ιδεολογικά παραπροϊόντα της κρίσης θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να μην ξεχάσουμε τη Μεταπολίτευση αλλά, θάβοντας όσα πρέπει επιτέλους να ταφούν, να ανανεώσουμε τη θετική της κληρονομιά. Οσο, αντίθετα, η εμπειρία αυτών των χρόνων –που υπήρξαν για πολλούς από εμάς τόσο η πολιτική όσο και η αισθηματική μας αγωγή– θα γίνεται απλώς πρόσχημα για να διεξάγουμε ανόητους πολιτικούς και πολιτισμικούς πολέμους, όσο δηλαδή θα λείπει ο ειλικρινής αναστοχασμός, τόσο θα μεγαλώνει και ο κίνδυνος μιας δυσάρεστης έκπληξης: εκεί που περιμένουμε τη νέα Μεταπολίτευση να προκύψει μια εποχή διαλυτικής αστάθειας και νεοσυντηρητικών οπισθοδρομήσεων. Το ζήτημα είναι να έχουμε πλήρη συνείδηση και αυτού του ρίσκου.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη (Βήμα, 13.4.2014)



Συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο (από εδώ)

Δύο είναι οι φάσεις της κρίσης που βιώνουμε, όχι τόσο από την πλευρά της οικονομίας όσο από αυτή της πολιτικής, σύμφωνα με τον κ. Νικόλα Σεβαστάκη, καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «Η πρώτη είναι η στιγμή της σύγκρουσης, η ώρα που χαράσσονται τα σύνορα και η αντίθεση. Η δεύτερη είναι αυτή στην οποία η αντίθεση έχει πλέον καταγραφεί και πρέπει να χτίσεις το εναλλακτικό παράδειγμα, είναι η στιγμή της κατάφασης και της αναζήτησης η οποία στην περίπτωσή μας έχει αρχίσει ήδη από τις εκλογές του 2012. Η αγανάκτηση δεν αρκεί, όπως έλεγε ο Πιέτρο Ινγκράο, δεν μπορεί από μόνη της να δώσει λύσεις στα προβλήματα» εξήγησε στο «Βήμα» ο ίδιος. Εκτίμησε ότι «o πολιτικός χρόνος έχει πυκνώσει» και ότι «επικρατεί ταυτοχρόνως ρευστότητα και στασιμότητα, η στασιμότητα που υποκρύπτει ότι τα πλαίσια με το οποία στοχαζόμαστε την κρίση έχουν μείνει αμετακίνητα». Τόσο ο μνημονιακός όσο και ο αντιμνημονιακός λόγος ακολούθησαν έναν δρόμο «στον οποίο δεν έχει υπάρξει ακόμα η αναγκαία αναστοχαστική στιγμή» τόνισε ο κ. Σεβαστάκης. «Το να επενδύσεις σε μια αντίθεση είναι εύλογο, αλλά πρέπει να αναλογιστείς πώς αυτή λειτούργησε και τι αποτέλεσμα έφερε» συμπλήρωσε.

Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;

«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».

Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;

«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει  μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».

Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...

«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».

Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;

«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».