Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Σ’ αυτές τις εκλογές δεν αρκεί να ψηφίσεις





Της Έφης Γιαννοπούλου (από εδώ)


Η αλήθεια είναι πως στη δημοκρατία ποτέ δεν αρκεί να ψηφίσεις. Ο ρόλος του πολίτη δεν εξαντλείται τη μία φορά που κάθε τέσσερα χρόνια (ενίοτε και συχνότερα) βρίσκεται ενώπιον της κάλπης. Κι όμως για πολλά χρόνια, κυρίως αυτά που προηγήθηκαν της κρίσης, εμπεδώθηκε σχεδόν η άποψη πως η πολιτική είναι αρμοδιότητα των λίγων, των ειδικών, των τεχνοκρατών, αυτών που ξέρουν και δικαιούνται να εκφέρουν γνώμη. Οι υπόλοιποι, καθησυχασμένοι από τη βέβαιη και αδιατάρακτη ευημερία που επαγγέλλονταν οι εκάστοτε κυβερνώντες, μπορούσαν να απολαμβάνουν τα αποτελέσματα της διαχείρισης των επαϊόντων. Άλλωστε η ιδεολογία, τα οράματα, οι ιδέες στιγματίζονταν ως ξεπερασμένα και παλιομοδίτικα. Η ένταξη στους κυρίαρχους κομματικούς μηχανισμούς ισοδυναμούσε με επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Δεν συνέβαινε μόνο στην Ελλάδα αυτό. Κάπως έτσι, όχι μόνο εδώ, αλλά σε όλο τον δυτικό κόσμο, σβήστηκαν οι διαχωριστικές γραμμές, συρρικνώθηκε η απόσταση μεταξύ Δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας. Και η πολιτική μετατράπηκε σε διαχείριση, και κυρίως σε μη συμμετοχή.

Αυτό ήρθε να αμφισβητήσει, μεταξύ πολλών άλλων δεδομένων της ζωής μας, η κρίση. Την ησυχία και τον εφησυχασμό μας. Τη βεβαιότητα πως όλα αποφασίζονται αλλού και πως όλοι οι πολιτικοί είναι εντέλει ίδιοι. Την ασφάλεια πως η διαχείριση θα μας παρέχει μια λίγο-πολύ άνετη ζωή. Και για όποιον δεν τα κατάφερνε, την πεποίθηση πως στον ίδιο εντοπιζόταν η αιτία του προβλήματος, στην ανεπάρκειά του, στις περιορισμένες του ικανότητες. Ούτε αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, όσο κι αν εδώ η κρίση σάρωσε τις ζωές πολλών ανθρώπων, περισσότερων απ’ οπουδήποτε αλλού. Στις ελληνικές πόλεις, όπως και στις περισσότερες δυτικές μητροπόλεις, τα πλήθη βγήκαν στους δρόμους, κατασκήνωσαν σε πλατείες, συμμετείχαν σε ογκώδεις διαδηλώσεις, αντιστάθηκαν στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που στόχευε τις ζωές τους, αμφισβήτησαν πολλά. Κι όταν πέρασε το κύμα των μαζικών διαδηλώσεων, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ξανάνοιξαν τα παλιά τους βιβλία, που επανήλθαν πιο ενεργοί από ποτέ στην καθημερινότητα της πολιτικής, που οργανώθηκαν σε πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, σε συνεργατικά εγχειρήματα, σε πειράματα αυτοδιαχείρισης. Μέσα στη δίνη της ελληνικής κρίσης, ξαναρχίσαμε να διαβάζουμε, να μιλάμε, να γράφουμε για πολιτική. Ξαναρχίσαμε να οραματιζόμαστε έναν άλλο κόσμο, που πια δεν μας φαινόταν μόνο εφικτός, αλλά και αναγκαίος. Τη στιγμή που όλα συνηγορούσαν στην κυριαρχία της οικονομίας και του οικονομισμού στις ζωές μας, έκανε την επανεμφάνισή της η για καιρό λησμονημένη πολιτική, και μάλιστα στην πιο ουσιαστική μορφή της, ως συμμετοχή των πολλών στη ζωή της πολιτείας. 

Κάπως έτσι έχουμε φτάσει στις πιο κρίσιμες εκλογές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, στις εκλογές στις οποίες όλα δείχνουν πως ένα κόμμα της Αριστεράς θα λάβει την εντολή να σχηματίσει την κυβέρνηση της χώρας, που όλα δείχνουν πως θα φέρουν μια μεγάλη, ριζική αλλαγή. Για κάποιους οι εκλογές αυτές είναι η κατάληξη μιας πορείας χρόνων αντίστασης στην καταστροφή της ζωής μας, υπεράσπισης αξιών, δικαιωμάτων, κοινωνικών κεκτημένων, υπεράσπισης της δημοκρατίας εντέλει. Για πολλούς άλλους όμως η απόφαση αυτής της αλλαγής, που ξεπερνά διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, είναι η έκφραση απλώς της απόγνωσης· γι’ αυτό έχει τον χαρακτήρα της ανάθεσης ή της απλής δοκιμής, και αναπόφευκτα συνοδεύεται από ανησυχία. Η μόνη απάντηση στις επιφυλάξεις και τους φόβους είναι το μήνυμα πως σ’ αυτές τις εκλογές δεν αρκεί να ψηφίσεις. Δεν καλείσαι να αναθέσεις εκ νέου σε κάποιον τη σωτηρία σου, τη διαχείριση της ζωής σου. Δεν περιορίζεται ο ρόλος σου στα λίγα λεπτά που θα βρεθείς αθέατος πίσω απ’ το παραβάν. Το ζητούμενο είναι να είσαι πάντα ορατός. Να στηρίζεις και να ελέγχεις αυτούς που θα χρίσεις εκπροσώπους σου. Να διεκδικείς και να παλεύεις για την αλλαγή που θέλεις να έρθει. Να απαιτείς να ακούγεται η φωνή σου. Να ξαναδώσεις στη δημοκρατία το νόημά της. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε όλοι να υπερβούμε τον φόβο, να αντισταθούμε στην τρομοκρατία που ευθέως ή πλαγίως αμφισβητεί την ικανότητά μας να αποφασίζουμε για τη ζωή μας. 

Από τη δική της πλευρά, η Αριστερά που θα κληθεί να κυβερνήσει σε λίγες μέρες έχει ως μέγιστο καθήκον την αποκατάσταση της τρωθείσας δημοκρατίας. Όχι μόνο στο τυπικά θεσμικό επίπεδο, όπου βάναυσα συρρικνώθηκε τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στο Κοινοβούλιο που μετατράπηκε σε μηχανισμό τυφλής επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων, όχι μόνο στο πεδίο της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, της λειτουργίας του κράτους. Η Αριστερά οφείλει μετά την Κυριακή της 25ης Ιανουαρίου να ξαναβάλει στο παιχνίδι της πολιτικής τους πολλούς, να τους κάνει ενεργούς και παρόντες πολίτες, να τους εξασφαλίσει τους βέλτιστους όρους μιας ενσυνείδητης συμμετοχής. Να μοιραστεί μαζί τους την ευθύνη της εξουσίας. Γιατί η αλλαγή που οραματίζεται δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε ανεμπόδιστη. Αλλά κυρίως γιατί η δημοκρατία των πολλών είναι η ουσία του οράματος και της ιστορίας της.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

το 1%




Του Κωστή Καρπόζηλου (από εδώ)


«Οικονομική κρίση είναι ένα μεγάλο παλούκι που έχουν οι καπνέμποροι στον κώλο τους, και θέλουν να το βγάλουν από τον δικό τους κώλο και να το βάλουν στον δικό σας. Θέλετε;» Σύμφωνα με τον Χρόνη Μίσσιο, το ερώτημα αυτό αρκούσε για να ξεκινήσει στη μεσοπολεμική Καβάλα μία απο τις μεγάλες εκείνες απεργίες που έμειναν στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η αμεσότητα του κομμουνιστή συνδικαλιστή φαντάζει αναντίστοιχη με την πολυπλοκότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης και υπογραμμίζει τις μεγάλες μεταβολές στη διάρθρωση και στην οργάνωση του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Παρ’ όλα αυτά ο πυρήνας της ερώτησης παραμένει ενοχλητικά δυσεπίλυτος: ποιος θα επωμιστεί τα βάρη της ύφεσης; 

Η απάντηση θα καθορίσει νομίζω την επιτυχία ή την αποτυχία του πειράματος της κυβέρνησης της Αριστεράς που εμπνέει ταυτόχρονα προσδοκίες, ενθουσιασμό και σκεπτικισμό. Η οικονομική κρίση δεν έθιξε όλους και όλες με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Αντίθετα, συνετέλεσε στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Φαινόμενα κοινωνικής περιθωριοποίησης που είχαν απωθηθεί απο τη συλλογική μνήμη επανήλθαν υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τα όρια της επίπλαστης ευημερίας της προ του 2008 εποχής. Η φτωχοποίηση τμημάτων της εργατικής τάξης –η οποία δεν ταυτίζεται με τους κλυδωνισμούς των πολύ πιο ορατών στη δημόσια συζήτηση μεσαίων στρωμάτων– συμπυκνώνει το αποτέλεσμα διαδοχικών παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, της σύγχρονης κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας και των ταξικών προτεραιοτήτων στις πολιτικές της λιτότητας. 

Για τη σύγχρονη Αριστερά, την Αριστερά του 21ου αιώνα, το κεντρικό στοίχημα είναι κατά πόσο μπορεί να αντιστρέψει το πρόσημο της ανισότητας που έχει σφραγίσει τον μετα-κεϋνσιανό κόσμο. Τη στιγμή που «το βάθεμα της εισοδηματικής ανισότητας» συνιστά τον πρώτο πυλώνα συζήτησης στο προσεχές Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός η Αριστερά καλείται να μετασχηματίσει τη διαπίστωση σε πολιτική πράξη. Και εδώ έχει να αναμετρηθεί με τρία προβλήματα: την ιστορική ήττα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος του 20ού αιώνα που καθηλώνει την πολιτική φαντασία στα όρια της διαχείρισης του καπιταλισμού· το αδύνατο της επιστροφής στο πρόσφατο παρελθόν εκεί που η φαινομενική καταναλωτική ισότητα είχε συγκαλύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις· την πρόσφατη αποτυχία των μεταρρυθμιστικών πολιτικών για τον μετριασμό της ανισότητας όπως εκφράστηκε στις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η καμπάνια της «Ελπίδας» και του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο έδαφος αυτών των δυσκολιών, η αποφασιστική αναμέτρηση με τις πολιτικές της λιτότητας και η απαίτηση να πληρώσουν πρώτα για την κρίση οι σύγχρονοι καπνέμποροι προϋποθέτει κοινωνικές συμμαχίες και δυναμικές. Φοβάμαι οτι αυτές δεν αφορούν καταρχήν τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς ή τα μεσαία στρώματα που αγκομαχούν μεν, αλλά έχουν ακόμα αρκετά να χάσουν και έτσι είναι επιφυλακτικά στις προοπτικές μιας γενικευμένης αναταραχής. Ο κρίσιμος κρίκος έγκειται στη συστράτευση, στην πρωτοβουλία και στην είσοδο στο πολιτικό προσκήνιο των σύγχρονων αόρατων πολιτών, είτε έχουν είτε δεν έχουν την ιδιότητα του πολίτη: της αντιπολιτικής νέας εργατικής βάρδιας που εναλλάσσει τη δουλειά στην αποθήκη των Jumbo με την κάρτα ανεργίας και των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς που έχουν βιώσει τις πολλαπλές διαστάσεις, πλανητικές και εθνικές, της κοινωνικής ανισότητας και παραμένουν αποκλεισμένοι απο την ελληνική πολιτική ζωή. Μια τέτοια προοπτική –που απαιτεί ταυτόχρονα θεσμικές παρεμβάσεις και κινηματικές πρωτοβουλίες– θα εξασφαλίσει στην Αριστερά του 21ου αιώνα την κοινωνική αναζωογόνηση για να μπορεί να είναι επικίνδυνη για το 1%, άρα και αποτελεσματική.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Συνομιλώντας με τον ΣΥΡΙΖΑ





Του Κώστα Λαπαβίτσα (από εδώ)


Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πια κοντά στην εξουσία και η ιστορική αυτή εξέλιξη απαιτεί ψυχραιμία και καθαρότητα σκέψης. Είναι άχαρο να πρέπει να γράψει κανείς για τα θέματα αυτά βάζοντας και τον εαυτό του μέσα. Αλλά ο θόρυβος των τελευταίων ημερών για τη σχέση μου με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν τόσο έντονος και η εκστρατεία κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού είναι τόσο μεγάλη που πρέπει να ειπωθούν ορισμένα πράγματα.


Μερικά προσωπικά δεδομένα 

Πρώτον, δεν είμαι, ούτε ποτέ υπήρξα, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, πόσο μάλλον στέλεχός του.

 
Δεύτερον, δεν συμμετέχω στην Οικονομική Επιτροπή του, ούτε είχα την παραμικρή ανάμειξη στη διαμόρφωση του προγράμματός του, είτε αυτού ‘της Θεσσαλονίκης’, είτε οποιουδήποτε άλλου.


Τρίτον, δεν υπήρξα ποτέ σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα, ή τα άλλα ευφάνταστα που έχουν συχνά αναφερθεί στα ΜΜΕ.


Τέταρτον, ακόμη και στο περίφημο ταξίδι του ΣΥΡΙΖΑ στην Αργεντινή το Δεκέμβρη του 2012, δεν ήμουν μέλος της αντιπροσωπείας του. Βρέθηκα στο Μπουένος Άιρες μετά από προσωπική πρόσκληση των διοργανωτών της επίσκεψης, δηλαδή ουσιαστικά της κυβέρνησης της Αργεντινής.


Είναι όμως αλήθεια ότι έχω πυκνές επαφές με τα μέλη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που αγωνιούν για τις προοπτικές του. Υπάρχει αναμφίβολα μια θερμή σχέση συμπαράταξης, αμοιβαίας στήριξης και κοινού στόχου. Όπως είναι αλήθεια ότι συνομιλώ συστηματικά με ηγετικά στελέχη του κόμματος για θέματα οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής. Είναι, τέλος, αλήθεια ότι έχω επανειλημμένως συνομιλήσει και με τον Αλέξη Τσίπρα για τα ίδια θέματα. Για τους λόγους αυτούς υποθέτω ότι μου ζητήθηκε να είμαι υποψήφιος στις ευρωεκλογές του 2014, αν και τελικά δεν έγινε αποδεκτή η υποψηφιότητά μου από αυτούς που κατάρτισαν τα ψηφοδέλτια.


Η σχέση αυτή φαντάζει – και είναι – αντιφατική. Οι αντιφάσεις της όμως έχουν να κάνουν με τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι με εμένα, όπως αμέσως θα δείξω.


Τρεις πιθανές λύσεις για την κρίση της Ευρωζώνης

Όταν ξέσπασε η κρίση της Ευρωζώνης το 2010 έγινε φανερό ότι υπήρχαν τρεις πιθανές λύσεις.


Η πρώτη – και πιθανότερη – ήταν η επιβολή άγριας λιτότητας, με παράλληλη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα των επαγγελμάτων και τα παρόμοια. Τα κυρίαρχα στρώματα εξουσίας στην Ευρώπη την επέλεξαν χωρίς δισταγμό και η τρόικα την επέβαλε στις χώρες της περιφέρειας προκαλώντας κοινωνική καταστροφή, αλλά ταυτόχρονα σταθεροποιώντας τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σήμερα διαγράφεται ο κίνδυνος να επιβληθεί και σε χώρες του κέντρου.


Η δεύτερη – και πολύ λιγότερο πιθανή – ήταν η έξοδος από την ΟΝΕ με στάση πληρωμών στο χρέος και παράλληλη ολική αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η λύση αυτή θα μπορούσε να γίνει με σκληρό και αυταρχικό τρόπο υπέρ των μεγάλων συμφερόντων. Θα μπορούσε όμως να γίνει και με βαθιά ανατρεπτικό τρόπο βάζοντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε πορεία κοινωνικής ανάπτυξης υπέρ του κόσμου της εργασίας. Αυτήν ακριβώς την πρόταση διατύπωσα με τους συνεργάτες μου του RMF στο Λονδίνο ήδη από τον Μάρτιο του 2010, και δεν ήμουν βέβαια ο μόνος.


Για όσους έχουν ψύχραιμη αντίληψη των μηχανισμών της ΕΕ και των χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και γνώση της νομισματικής θεωρίας, ήταν  φανερό ότι μόνο αυτές οι δύο λύσεις ήταν εφικτές. Υπήρχε όμως και μια τρίτη λύση, αγαπημένη των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων και άλλων που σχετίζονται με τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Ήταν το ‘καλό ευρώ’, δηλαδή η ιδέα ότι η κρίση θα μπορούσε να λυθεί με φιλολαϊκά μέτρα διατηρώντας όμως το κοινό νόμισμα και παράλληλα αλλάζοντας τη λειτουργία της ΟΝΕ προς όφελος των εργαζομένων. Βασικά της στοιχεία ήταν η ανάληψη μέρους του χρέους της περιφέρειας από το κέντρο, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές χώρες, η εγκατάλειψη της λιτότητας, η φορολογία του πλούτου κι ένα κύμα επενδύσεων για την άνοδο της παραγωγικότητας.


Η πρόταση αυτή κατακυρίευσε την ευρωπαϊκή Αριστερά γιατί της επέτρεψε να κάνει αντιπολίτευση στη λιτότητα χωρίς να χρειάζεται να πάρει ριψοκίνδυνες θέσεις που θα απειλούσαν τον πυρήνα της ταξικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Το ‘καλό ευρώ’, εξάλλου, επιδιώκει να μετατρέψει ακόμη και την ΕΚΤ σε μηχανισμό κοινωνικής αλλαγής υπέρ των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων …


Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχήθηκε από τη θεωρία του ‘καλού ευρώ’ ήδη από το τέλος του 2010. Συνεπώς η καμπάνια κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού στην οποία τώρα επιδίδεται η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι παντελώς αβάσιμη. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει την παραμικρή επιθυμία, πόσο μάλλον το σχέδιο, να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως επιδιώκει να επιλύσει την ελληνική κρίση χωρίς ρήξη με την ΟΝΕ, ενώ θα αλλάξει την Ευρώπη υπέρ των εργατικών συμφερόντων.


Υπάρχει βέβαια το σχετικό πρόβλημα ότι η Γερμανία που πλέον κυριαρχεί στην ΟΝΕ αντιτίθεται τελείως στην προοπτική αυτή διότι ο εξαγωγικός της τομέας και οι τράπεζές της είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της ΟΝΕ με τη σημερινή της μορφή. Φυσικά δεν χρειάζεται να αναφέρουμε καν την απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία της λιτότητας στη γερμανική πολιτική ζωή. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ότι οι μηχανισμοί της ΕΕ απορρίπτουν ολοκληρωτικά το ‘καλό ευρώ’, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές, που είναι αναφανδόν υπέρ της λιτότητας, το πολεμούν με λύσσα. Υπάρχει ακόμη η λεπτομέρεια ότι τα στρώματα εξουσίας στην Ελλάδα, που έχουν γνώση της κατάστασης, το αντιμετωπίζουν περίπου ως ανέκδοτο.


Αλλά για τους ζηλωτές του ‘καλού ευρώ’, το σημαντικότερο είναι να υπάρξει η αλλαγή των πολιτικών ‘συσχετισμών’. Όλα είναι πολιτική, όπως συχνά λέει και η ελληνική Αριστερά, που μονίμως μπερδεύει την πολιτική με την πολιτικολογία.


Το εντυπωσιακό είναι ότι ο ευρύτερος ΣΥΡΙΖΑ – στελέχη, μέλη και ψηφοφόροι – έχει δείξει πολύ μεγαλύτερη ωριμότητα και επιφυλακτικότητα. Η ανησυχία του είναι βαθιά και τα ερωτήματα δεκάδες. Γιατί να δεχτούν οι χώρες του κέντρου την απαλλαγή της Ελλάδας από το άχθος του χρέους; Γιατί να συναινέσει η ΕΕ σε χαλάρωση της λιτότητας; Πως θα συνεχιστεί η παροχή χρηματοδότησης, αλλά και ρευστότητας; Ποια διαπραγματευτικά χαρτιά έχει η πλευρά μας; Τι θα γίνει αν οι μηχανισμοί της ΕΕ και οι αγορές μας κηρύξουν πόλεμο;


Οι απαντήσεις που συνεχίζουν να δίνονται δεν είναι πειστικές και πολλοί σταδιακά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί τελικά να επιλέξει ανάμεσα στις δύο πρώτες λύσεις. Μια επιλογή που αν γίνει υπό το βάρος των καταστάσεων, χωρίς προετοιμασία και χωρίς οργάνωση και ψυχολογική ετοιμότητα των λαϊκών στρωμάτων, θα είναι άκρως επικίνδυνη.


Και τώρα τι;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θριαμβεύσει εκλογικά στη βάση της πολιτικής του ‘καλού ευρώ’ και πλέον ετοιμάζεται για την κυβέρνηση. Ακόμη και τώρα βέβαια θα μπορούσε να ακούσει η ηγεσία του τη φωνή της κριτικής και να κάνει αντίστοιχα βήματα. Πόσο δύσκολη είναι όμως μια τέτοια απόφαση, όταν τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν καλά και ορθώνεται η προοπτική της εξουσίας ...


Είναι γεγονός ότι τα εξουθενωμένα εργατικά στρώματα, οι καταληστευμένοι μικρομεσαίοι και οι ταλαιπωρημένοι αγρότες προσβλέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως εξίσου γεγονός ότι έχουν βαθιές αμφιβολίες και για τη διακηρυγμένη πολιτική του και για τη στιβαρότητά του. Ακόμη βαθύτερες αμφιβολίες έχουν οι εκατοντάδες χιλιάδων αριστεροί ψηφοφόροι, καθώς μάλιστα βλέπουν να ξεδιπλώνεται η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’. Πώς να ερμηνεύσουν τη συνεχή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο, τις επαφές του με τους πολιτικούς χαμαιλέοντες του μνημονιακού στρατοπέδου και τους χαριεντισμούς του με ανθρώπους που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε πια στην ελληνική κοινωνία; Τι συμπέρασμα να βγάλουν από την απόλυτη αδιαφορία του για το συμβαίνει στα αριστερά του;


Το 2014 δεν είναι 2012, ούτε φυσικά 2010. Η επιλογή της λιτότητας έχει σταθεροποιήσει την οικονομία μέσα στα ερείπια, αλλά η κοινωνία έχει ρημαχτεί. Οι προοπτικές ανάπτυξης είναι κακές και οι ταξικές διαφορές εντονότερες από ποτέ. Τα λαϊκά στρώματα είναι καταδικασμένα στους χαμηλούς μισθούς και την υψηλή ανεργία, ενώ ο κύριος όγκος των μικρομεσαίων αργοσβήνει. Υπάρχουν όμως μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα που έχουν επιβιώσει με σχετικά περιορισμένες απώλειες και βλέπουν τώρα την ύφεση να τελειώνει. Υπάρχει η άρχουσα τάξη που δεν έχει μετακινηθεί ούτε ρούπι από την επιλογή της πρώτης λύσης, δηλαδή του ‘πραγματικού ευρώ’. Υπάρχουν οι μηχανισμοί της ΕΕ που έχουν γίνει σκληρότεροι, κυνικότεροι και απολύτως εχθρικοί προς οποιαδήποτε άλλη λύση. Υπάρχουν, τέλος, οι χρηματοπιστωτικές αγορές που απειλούν με αντιστροφή των ροών κεφαλαίου και άνοδο των επιτοκίων. Τα θηρία αυτά δεν εξημερώνονται.


Το μείγμα είναι εκρηκτικό και η θεωρία του ‘καλού ευρώ’ σύντομα θα δοκιμαστεί στην πράξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ιστορική ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι να εφαρμόσει τις μετριοπαθέστατες διακηρύξεις της Θεσσαλονίκης, χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, στους οποίους φυσικά ανήκω κι εγώ, θα τον στηρίξουν παρά τις μεγάλες επιφυλάξεις τους, αν μη τι άλλο γιατί τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς έχουν διαλέξει το δρόμο της ανυπαρξίας, διευκολύνοντας έτσι τη στροφή του προς το κέντρο.


Αλλά η ανοχή θα είναι μηδαμινή. Τα εργατικά και λαϊκά στρώματα θέλουν μια καθαρή λύση που θα την επιβάλλουν καθαροί άνθρωποι. Αν υπάρξει έστω και η παραμικρή υπόνοια βρώμικου συμβιβασμού, ή αν απλώς καταρρεύσει η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’ μέσα σε συνθήκες χάους, η μεταστροφή θα είναι γρήγορη και βίαιη.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η διαχείριση της αταξίας



Του Σωτήρη Δημητρίου (από εδώ)


ARJUN APPADURAI, Νεωτερικότητα χωρίς σύνορα, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 303

Είναι εκπληκτικά περίεργη η συσκότιση που επικρατεί στην κοινή γνώμη, αλλά και στους ειδικούς, σχετικά με τη μεγαλύτερη, σε ένταση και σε έκταση, κρίση που αντιμετώπισε ποτέ η ανθρωπότητα. Η παγκόσμια κρίση αναγγέλθηκε το 1972, επιβεβαιώθηκε το 1974, από μελέτη που έγινε με εντολή του Κίσιγκερ, ανακοινώθηκε η έναρξή της το 2008 από τους G7 στο Κιότο, ως ύφεση, και σήμερα, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, επικρατεί σιγή ιχθύος. Δεν αφορά μόνο τον τρόπο παραγωγής, το βιομηχανικό μοντέλο που συνεχώς υποβαθμίζεται, αλλά όλο το κοινωνικό σύστημα, το ηθικό σύστημα, καθώς και την οικολογική ισορροπία. Με τα μέσα αυτορρύθμισης που διαθέτει ο καπιταλισμός και τον πλήρη έλεγχο της πληροφορίας, έχει την ικανότητα να μετριάζει τις εκδηλώσεις της κρίσης και να την συσκοτίζει. Πρώτη επιστήμη που έχει χρέος να την αντιμετωπίσει είναι η ανθρωπολογία.

Ο ανθρωπολόγος Arjun Appadurai, γνωστός από το βιβλίο του «Η κοινωνική ζωή των αντικειμένων», με την τελευταία μελέτη του προσφέρει μια πολύ σημαντική ανάλυση της παγκόσμιας κρίσης. Αντίθετα από τον Ζ. Bauman, ο οποίος με το βιβλίο του «Παράπλευρες βλάβες» ερευνά τις εκδηλώσεις και τις συνέπειες της κρίσης από την πλευρά των κοινωνικών λειτουργιών και των πολιτισμικών φαινομένων, ο Appadurai εστιάζει, κυρίως, στις δομικές συνέπειες της κρίσης. Γι' αυτό, όπως δείχνει και ο τίτλος του βιβλίου, Νεωτερικότητα χωρίς σύνορα, ο συγγραφέας αναλύει και αποκαλύπτει ότι το έθνος - κράτος που αποτελούσε το δομικό θεμέλιο της κοινωνικής οργάνωσης του αστικού πολιτισμού, γνωστού με τη μετονομασία νεωτερικότητα, βρίσκεται σε περίοδο κρίσης που εκδηλώνεται με βίαιες «ενδορρήξεις» (σελ. 207), και συνεπώς, «η νομιμότητα των εθνών-κρατών σταθερά αποδυναμώνεται» (σελ. 230). Χωρίς να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις, ο Appadurai εντάσσει πολύ σωστά την παρακμή του έθνους-κράτους σε ένα ευρύτερο σύστημα αποδιάρθρωσης, όπου η γενική κρίση οδηγεί σε μια κατάσταση «χωρίς σύνορα». Την κατάσταση αυτή την επονομάζει «απεδαφοποίηση». Εκείνο που εννοεί με τον όρο αυτόν είναι η διαπίστωση της γενικής ανατροπής του κοινωνικού συστήματος, η οποία δίνει την εικόνα της αταξίας. Γι' αυτό, την χαρακτηρίζει με τη μαθηματική έννοια του χάους. Στο σημείο αυτό ο Appadurai συναντά την πρόβλεψη που είχε κάνει ο K. Polanyi το 1944, ότι οι Αγορές, με άλλα λόγια ο νεοφιλελευθερισμός, θα επιτεθούν στην κοινωνία. Τι σημαίνει αυτό και πώς το βιώνουμε;

Η αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής, που εκδηλώνεται με την μετά το 2000 συνεχή αποβιομηχανοποίηση σε όλες τις χώρες, οφείλεται στις αντιφάσεις που εμφανίστηκαν στην πορεία της ανάπτυξής του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αρχίσουν να αποσύρονται τα κεφάλαια από τις επενδύσεις στη βιομηχανία και να συσσωρεύονται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις Αγορές, και να συνεχίζουν το κυνήγι του κέρδους με τους δανεισμούς και τη μετατροπή όλων των κοινωνικών δομών σε προσοδοφόρες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε «συντεχνιακές επιχειρήσεις» ή μηχανισμούς απόδοσης κέρδους (Shore & Wright 2000:67 Fillitz 2000:245). Επεκτείνοντας σε όλες τις κοινωνικές λειτουργίες τη διαχείριση με τους όρους της αγοράς και σε συνδυασμό με την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, την παγκοσμιοποίηση, την εμπορευματοποίηση και τη διαφθορά η οποία χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του κεφαλαίου, όταν αυτό εκτοπίζεται από την παραγωγική διαδικασία, προκύπτει γενική αποδιάρθρωση των πολιτισμικών δομών. Η επίθεση των αγορών στην κοινωνία την μεταβάλλει σε εργαλείο μεγιστοποίησης του κέρδους, οπότε αντιστρέφονται οι όροι και, ενώ η οικονομία αποτελούσε όργανο της ύπαρξης και της ανάπτυξης της κοινωνίας, μετατρέπεται σε ρυθμιστή της.

Οι οικονομολόγοι κατέλαβαν τις θέσεις των πολιτικών και οι κοινωνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, πλέον, για τη ρύθμιση των ανθρώπινων αναγκών και τη διασφάλιση της κοινωνικής ευρυθμίας, αλλά για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης κέρδους. Τα κοινωνικά και τα ηθικά κριτήρια, όσα και όταν υπήρχαν, αντικαθίστανται από τα επιχειρησιακά. Επομένως, το σύνταγμα, που χρησίμευε για τον έλεγχο της κοινωνικής ευρυθμίας, παύει να έχει αξία χρήσης. Η αποδιάρθρωση και η αταξία που προκύπτουν αποτελούν το οικείο περιβάλλον λειτουργίας του νεοφιλελευθερισμού. Μπορούμε, πλέον, να πούμε ότι «ο καπιταλισμός διαχειρίζεται την αταξία». Επιβιώνει και λειτουργεί διαμέσου της αταξίας.

Οι κύριες συνέπειες της αντιστροφής αυτής είναι: Πρώτον, η διαχείριση της αταξίας σε περιβάλλον αποδιάρθρωσης συνεπάγεται αναγκαστικά και αντίστοιχες διαδικασίες, διαστροφές, ρήξεις, βιοεξουσία, γενοκτονίες κ.ά. Δεύτερο, για τη διερεύνηση και κατανόησή τους επιβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας νέων κριτηρίων και εννοιών.

Ο τρόπος ανάλυσης της παγκόσμιας κρίσης από τον Appadurai συμβάλλει σημαντικά στη διάλυση της συσκότισης που μας περιβάλλει και στην κατανόηση των βασικών όρων που την διέπουν, πράγμα που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να την κατανοήσουμε και να διατυπώσουμε προτάσεις για την επίλυσή της. Αποτελεί υπόδειγμα ερευνητικής διαδικασίας βοηθά για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης. Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από τις αναλύσεις του είναι το εξής: Εφόσον, όπως το εξηγεί πολύ αναλυτικά, το έθνος-κράτος αποδυναμώνεται και διαχέεται μέσα σε ένα ευρύτερο χώρο «διεθνών ροών χρηματοοικονομίας» και αναπαραστάσεων, η επίλυση της κρίσης μέσα στα όρια και στα μέσα του έθνους-κράτους καθίσταται ανεδαφική. Συνεπώς, η πολιτική εξόδου από την κρίση οφείλει να διεξαχθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρώπης. Την ίδια άποψη διατυπώνουν επίσης σε πρόσφατο άρθρο τους οι Τ. Νέγκρι και Σ. Μετζάντρα που δημοσιεύτηκε στην «Εποχή». Η οπτική αυτή δικαιώνει τόσο την αξία του διεθνιστικού χαρακτήρα της πάλης, όσο και την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.
 

Βιβλιογραφία

Bauman, Z., 2011, Collateral damages, Cambridge/Malden, Polity. Fillitz, T., 2000, «Academia same pressures, same conditions of work?», στο Strathern, M., (ed.) Audit Cultures, London/New York, Routledge.
Νέγκρι, Τ. & Σ. Μετζάντρα, 2014, «Η ‘δυσανάγνωστη' Ευρώπη», Εποχή 29/06.
Shore, C. & S. Wright, 2000, «Coercive accountability: The rise of audit culture» στο Strathern, M., (ed.) Audit Cultures, London/New York, Routledge.
 

Σωτήρης Δημητρίου είναι ανθρωπολόγος

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Κλασική λογοτεχνία, τέλος




Του Γιώργου Μπλάνα (από εδώ)


Η μετάφραση αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής λογοτεχνίας. Όπως έχει επανειλημμένως επισημανθεί, αποτελεί εν τέλει λογοτεχνικό είδος με τη δική του δημιουργική δυναμική. Αρκετά από τα μεταφρασμένα έργα είναι από καιρό ελληνικά. Δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς απλά μεταφράσεις τη Θεία Κωμωδία του Δάντη από τον Ν. Καζαντζάκη, την Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ από τον Γ. Σεφέρη, το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Μ. Προυστ, από τον Παύλο Ζάννα, τον Μόμπι Ντικ του Χ. Μέλβιλ - από τον Α. Χριστοδούλου, τους Αδελφούς Καραμάζοβ του Φ. Ντοστογέβσκη από τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Φάουστ του Γκαίτε από τον Π. Μάρκαρη, τον Θάνατο του Βιργιλίου του Χ. Μπροχ από τον Γ. Κεντρωτή και πολλά άλλα έργα, τα οποία χρειάστηκαν χρόνο, κόπο και βαθιά γνώση της λογοτεχνίας για να αναπλαστούν στα ελληνικά, πλουτίζοντας τη λογοτεχνία μας με ιδέες, συναισθήματα και εκφραστικούς τρόπους, πολύτιμους -αν όχι απαραίτητους- στην ανάπτυξή της.

Είναι προφανές πως τέτοια έργα διαμόρφωσαν το γούστο των αναγνωστών και πλούτισαν την εργαλειοθήκη των συγγραφέων. Δεν θα ήταν άστοχο να λέγαμε πως, αν έλειπαν, η ελληνική λογοτεχνία θα περιοριζόταν στην επανάληψη στερεότυπων σχημάτων, μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της στο επίπεδο της ρητορικής άσκησης. Άλλωστε η λογοτεχνία, όπως κάθε τέχνη, έχει χαρακτήρα παγκόσμιο.

Τα παραπάνω είναι αυτονόητα, αφού προκύπτουν από την εφαρμογή της στοιχειώδους λογικής στα πράγματα της λογοτεχνίας. Αυτονόητα, αλλά όχι για το ελληνικό κράτος ή τουλάχιστον για το ελληνικό κράτος όπως το κατάντησε μια μειοψηφική κυβέρνηση, που κρατά σε ομηρεία την ελληνική κοινωνία.

Σήμερα, στην Ελλάδα των Μνημονίων, η φορολογική νομοθεσία θεωρεί τον μεταφραστή ελεύθερο επαγγελματία, δηλαδή πρόσωπο το οποίο ασκεί ελευθέριο επάγγελμα, προσφέρει υπηρεσίες, μισθώνει την εργασία του. Ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να εκδίδει Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών. Οφείλει να καταθέτει περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, να πληρώνει Τέλος Επιτηδεύματος, Εισφορά Αλληλεγγύης και φυσικά να καταβάλλει αγόγγυστα τα ιλιγγιώδη ποσά που του ζητά ο ΟΑΕΕ - εργαστεί δεν εργαστεί, έχει ή δεν έχει.

Ας φανταστούμε, λοιπόν, έναν μεταφραστή ο οποίος αποφασίζει να εργαστεί σκληρά επί δύο έτη, για τη μετάφραση των Κάντος του Έζρα Πάουντ, του Τσάιλντ Χάρολντ του Μπάιρον, της Ιλιάδος, του Οδυσσέα του Τ. Τζόις ή όποιου άλλου κλασικού έργου. Το αποφασίζει διότι η πορεία του στα γράμματα δείχνει πως έχει τα προσόντα, διότι ο εκδότης τον εμπιστεύεται και διότι ο ίδιος δεν φείδεται χρόνου και κόπου, προκειμένου να προσφέρει στη γλωσσική του κοινότητα κάτι περισσότερο από μεταφράσεις ευχάριστων -πλην χαμηλής ποιότητας- βιβλίων.

Ο άνθρωπος αυτός, για να αποκτήσει το νόμιμο δικαίωμα να μεταφράσει το συγκεκριμένο έργο, να εκχωρήσει την εκμετάλλευσή του στο εκδότη και να αμειφθεί, θα πρέπει να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο 8.000 ευρώ. Επειδή το βάρος είναι δυσβάσταχτο και αδύνατον να καλυφθεί από τον εκδότη, σε βαθμό που να προσφέρει στον μεταφραστή το ελάχιστο για την επιβίωσή του ποσό: 8000 + 10.000= 18.000 το λιγότερο -εκδότης είναι, όχι εφοπλιστής- ο δυστυχής μεταφραστής επιστρέφει στη μετάφραση ευχάριστων -πλην χαμηλής ποιότητας- βιβλίων. Όσο για τον εκδότη, εγκαταλείπει τα "μεγαλεπήβολα" σχέδιά του για εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας.

Ιδού, λοιπόν, ένα ακόμα από τα παράδοξα, που διαψεύδουν τις αναπτυξιακές παραστάσεις των νεοφιλελεύθερων γελωτοποιών: Οι εκδότες είναι έτοιμοι να επενδύσουν στην παραγωγή ποιοτικών βιβλίων τα περιορισμένα ομολογουμένως κεφάλαιά τους. Οι μεταφραστές είναι έτοιμοι να δαπανήσουν -με ελάχιστη, αν χρειαστεί, αμοιβή- τις δυνάμεις τους στη μάχη με ποιοτικά κείμενα. Οι αναγνώστες είναι έτοιμοι να υποδεχθούν το καλύτερο βάζοντας το χέρι στη μονίμως νηστική τσέπη τους. Σαν να λέμε: Η οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη προ των πυλών! Τις πύλες όμως τις φυλάει ο Μολώχ του νεοφιλελευθερισμού ελληνικής κοπής, ένα παράδοξο τέρας φτιαγμένο με την βαρβαρότητα της κλασικής Δεξιάς και τον αναλφαβητισμό της ημιθανούς -πλην ακόμα φαρμακερής- Σοσιαλδημοκρατίας.

Αυτό το τερατώδες κατασκεύασμα έχει ήδη καταδικάσει την ελληνική λογοτεχνία σε μαρασμό. Απαγορεύει στους μεταφραστές να ασχοληθούν με τα σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Απαγορεύει στους εκδότες να χρησιμοποιούν τους μεταφραστές που εκείνοι επιλέγουν. Στερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να διαβάσουν σημαντική λογοτεχνία.

Η βιβλιογραφία των επομένων δεκαετιών θα είναι τόσο φτωχή σε μεταφράσεις κλασικών και σημαντικών λογοτεχνικών έργων, ώστε θα παρουσιάζει εικόνα πρωτοφανή για την ελληνική Ιστορία. Ίσως ανάλογη της εικόνας που παρουσίαζε η βιβλιογραφία μας στη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Βαρβαρότητα, άγνοια, αδιαφορία, ανικανότητα, παραλογισμός, αυτοματισμός; Τι σημασία έχει! Έτσι κι αλλιώς, ο νεοφιλελευθερισμός τα διαθέτει όλα. Και επιπλέον διαθέτει υποκρισία, αβυσσαλέα υποκρισία, αν σκεφτεί κανείς πως κάνει ότι δεν καταλαβαίνει -μετά από τόσες εκκλήσεις αξιοσέβαστων πνευματικών φορέων- το στοιχειώδες: Ο μεταφραστής, όπως και ο συγγραφέας, δεν προσφέρει υπηρεσίες, αλλά "ενοικιάζει"κάτι που είναι ιδιοκτησία του (το πρωτότυπο έργο ή τη μετάφρασή ΤΟΥ) στον εκδότη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή και αριθμό αντιτύπων. Αυτό δα θα μπορούσε να το καταλάβει ο καθένας...

Ε, ναι, λοιπόν. Και βαρβαρότητα και άγνοια και αδιαφορία και ανικανότητα και αυτοματισμός και παραλογισμός και υποκρισία, απίστευτη υποκρισία. Κλασική λογοτεχνία, τέλος!

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Υστάτη έκκληση από την Ισπανία


                                                                                        ultima-llamada-v0-2-640x927

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη (από εδώ)


Βυθισμένοι σε μια κρίση που στη χώρα μας πλήττει σκληρά το ένα τρίτο του πληθυσμού και απειλεί εν συνόλω τα δύο τρίτα, δυσκολευόμαστε ευλόγως να κατανοήσουμε το εύρος και το βάθος της κρίσης. Οτι δηλαδή δεν πρόκειται μόνον για οικονομική κρίση, για μια φάση ενός κυκλικού φαινομένου, αλλά για κρίση υποδείγματος, για ρήξη πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική. Οι Ελληνες δεν υποφέρουν μόνο επειδή έσφαλαν, δεν αδυνατούν να δουν το μέλλον επειδή ως τζίτζικες δεν εφρόντισαν εγκαίρως ― αυτά ισχύουν μόνο εν μέρει και μόνο εντοπισμένα. Το ελληνικό πρόβλημα κατά το βάθος και κατά την πλήρη του έκταση είναι πρόβλημα ευρωπαϊκό, και πρόβλημα οικουμενικό. Είναι το πρόβλημα του 21ου αιώνα: πώς αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη, τη μεγέθυνση, την αειφορία, την ευημερία, την ισόρροπη διαβίωση μέσα στα όρια του πλανητικού οικοσυστήματος.

Ασφαλώς η ανεργία, η φτώχεια, η ανασφάλεια είναι οι πρώτες προτεραιότητες, για μια κοινωνία που λαχταρά για ανακούφιση του πόνου. Η κρίση όμως δεν θα θεραπευτεί με παλιές συνταγές, χωρίς να δούμε τον πυρήνα των αιτίων, φανερών και λανθανόντων. Η υπέρβαση της κρίσης θα κατορθωθεί με νέα σκέψη, με υπέρβαση της οικονομίστικης ορθοδοξίας και του υστερόβουλου πολιτικού κομφορμισμού, με συναντίληψη του τοπικού και του οικουμενικού, με φαντασία και ενσυναίσθηση. Η κρίση είναι πολύπλευρη: κρίση παραγωγικού μοντέλου, κρίση από την υπεράντληση φυσικών πόρων και τον υπερπληθυσμό, κρίση υπερεπέκτασης και υπερκατανάλωσης, κρίση από την διόγκωση πλαστών αναγκών, κρίση από τα ελλείμματα δημοκρατίας. Ο ντετερμινισμός της διαρκούς επέκτασης συναντά τα όρια του: είναι τα όρια του πλανητικού οικοσυστήματος.

Πώς εντάσσουμε τα δικά μας εθνικά και τοπικά προβλήματα στον ευρύτερο προβληματισμό; Οι Ισπανοί φωτίζουν ένα μονοπάτι σκέψης. Οπως πριν από τρία χρόνια το κίνημα 15M των Indignados από τις ισπανικές πλατείες άνοιξε νέους ορίζοντες προβληματισμού, έτσι και τώρα οι Ισπανοί συντάσσουν ένα μανιφέστο για να σκεφτούμε οικουμενικά και πλανητικά, πολιτισμικά και ολιστικά. Το ονομάζουν «Υστάτη έκκληση» και το υπογράφουν όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της Αριστεράς, παλαιάς και νέας, από το ΚΚ έως το Podemos, Καταλανοί και Βάσκοι αυτονομιστές, οικοσοσιαλιστές, το κίνημα για την απομεγέθυνση, προσωπικότητες από όλο το φάσμα των τεχνών και των επιστημών. Βρισκεται, μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, και στα ελληνικά, στον ιστότοπο www.ultimallamada.org.

Προφανώς το αίτημα πλέον δεν είναι μια κάποια ανάταξη, μια κάποια θεραπεία της ανεργίας και της φτώχειας· είναι η αποφασιστική στροφή:

«Ο πλανήτης δεν μπορεί να στηρίξει την παραγωγιστική και καταναλωτική κοινωνία. Έχουμε ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα νέο πολιτισμό ικανό να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή σε ένα τεράστιο ανθρώπινο πληθυσμό (σήμερα, σε περισσότερους από 7,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους), που συνεχίζει να αυξάνεται και κατοικεί σε ένα κόσμο με φθίνοντες πόρους. Να γιατί θα είναι απαραίτητο να γίνουν ριζικές αλλαγές στο τρόπο ζωής, στις μορφές της παραγωγής, στο σχεδιασμό των πόλεων και στη χωροταξική οργάνωση: και πάνω από όλα, στις αξίες που διέπουν όλα τα παραπάνω. Χρειαζόμαστε μια κοινωνία που θα έχει για στόχο να επαναφέρει την ισορροπία με τη βιόσφαιρα, και που χρησιμοποιεί την έρευνα, την τεχνολογία, τον πολιτισμό, την οικονομία και την πολιτική για να προχωρήσει προς αυτή τη κατεύθυνση. [...] 

»Προσοχή: το παράθυρο της ευκαιρίας κλείνει. [...] Έχουμε, όμως, το πολύ μία πενταετία για να οργανώσουμε μια πλατιά και σφαιρική συζήτηση για τα όρια της ανάπτυξης, και για να δημιουργήσουμε δημοκρατικά οικολογικές και ενεργειακές εναλλακτικές ικανές να είναι σοβαρές και βιώσιμες. Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να συσπειρώσουμε μεγάλες πλειοψηφίες για μιαν αλλαγή οικονομικού, ενεργειακού, κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου. Πέρα από το ότι πολεμάει τις αδικίες που οφείλονται στην άσκηση της εξουσίας και στη συσσώρευση του πλούτου, μιλάμε για ένα μοντέλο που αναγνωρίζει την πραγματικότητα, κάνει ειρήνη με τη φύση και κάνει δυνατή την ευζωία μέσα στα οικολογικά όρια της Γης.

»Ένας πολιτισμός τελειώνει και πρέπει να οικοδομήσουμε έναν άλλο καινούργιο. Οι συνέπειες του να μην κάνουμε τίποτα —ή να κάνουμε πολύ λίγα— μας οδηγούν κατευθείαν στη κοινωνική, οικονομική και οικολογική κατάρρευση. Αλλά αν αρχίσουμε σήμερα, μπορούμε ακόμα να γίνουμε οι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες μιας αλληλέγγυας και δημοκρατικής κοινωνίας που θα συμβιώνει ειρηνικά με τον πλανήτη.»

Κάτι κινείται στην Ευρώπη. Η κρίση γεννά όχι μόνο θύματα και φόβο, αλλά επιτέλους σκέψη και δράση.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Οι επτά κίνδυνοι της δημοκρατίας



Του Μιχάλη Σπουρδαλάκη (από εδώ)


Προέρχονται τόσο από εγγενείς και καθολικές αντιφάσεις του περιεχομένου που αποδίδεται στη δημοκρατία όσο και από τα προβλήματα που αναδείχτηκαν από τη συγκυρία, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στην πολιτική σκηνή των κοινωνιών που αντιμετωπίζουν πολιτικές πρωτόγνωρης λιτότητας.

Δυστυχώς, η απάντηση είναι εύκολη και καταφατική. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πλέον πολλοί σκεπτόμενοι πολίτες που δεν ανησυχούν για το μέλλον της δημοκρατίας. Η ανησυχία δεν περιορίζεται στη χώρα μας, όπου οι ανατροπές στους όρους κοινωνικής αναπαραγωγής συνοδεύτηκαν από συνεχή υπονόμευση ακόμη και των τυπικών όρων της δημοκρατικής λειτουργίας. Οι πρόσφατες ευρωεκλογές και η άνοδος της Ακροδεξιάς έχουν ήδη ενεργοποιήσει τα δημοκρατικά αντανακλαστικά πολύ πέρα από τη γηραιά μας ήπειρο.

Αν πρόκειται να προασπιστούμε την εν κινδύνω δημοκρατία, επιβάλλεται η συζήτηση και η κατανόηση των πηγών αυτών των κινδύνων. Οι κίνδυνοι αυτοί προέρχονται τόσο από εγγενείς και καθολικές αντιφάσεις του περιεχομένου που αποδίδεται στη δημοκρατία όσο και από τα προβλήματα που αναδείχτηκαν από τη συγκυρία, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στην πολιτική σκηνή των κοινωνιών που αντιμετωπίζουν πολιτικές πρωτόγνωρης λιτότητας. Πολύ επιγραμματικά,, λοιπόν, και αναγκαστικά σχηματικά οι κίνδυνοι της δημοκρατίας προέρχονται:

1. Από τον περιορισμό στη διαδικαστική και τυπική της διάσταση. Η πρακτική θέαση της δημοκρατίας ως διαδικασίας για την ανάδειξη κυβερνήσεων δεν συμβάλλει μόνο στη συχνή ταύτιση νομιμότητας και νομιμοποίησης αλλά ουσιαστικά ακυρώνει και τη δυνατότητα η δημοκρατία να παρέμβει αποτελεσματικά στη διευθέτηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Επιπλέον, η ταύτιση αυτή ανάμεσα στη νομιμότητα και τη νομιμοποίηση έχει οδηγήσει στον κυνισμό της διατύπωσης πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», που παραλύει τη δημοκρατική εμπλοκή των πολιτών.

2. Από την επικράτηση ενός ακραίου οικονομισμού, που δεν νομιμοποιεί μόνο τον φονταμενταλισμό της αγοράς και την πολιτική «ανταγωνιστικής λιτότητας», αλλά έχει οδηγήσει σε ολοκληρωτισμούς του τύπου «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Η επικράτηση της διαβόητης ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) υπονομεύει συστηματικά την αναγκαία για τη δημοκρατία διαβούλευση και ακυρώνει τη δυνατότητα της ανταπόκρισης του πολιτικού συστήματος στις λαϊκές αξιώσεις. Ανταπόκρισης που δυνάμει μετασχηματίζει τη διαδικαστική δημοκρατία σε παραγωγική δύναμη για την ανάδειξη εναλλακτικών λύσεων στο κοινωνικό ζήτημα. Το πρακτικό αποτέλεσμα αυτού του οικονομικού ολοκληρωτισμού είναι η εγκατάλειψη από τους πολίτες σχεδόν κάθε προσδοκίας για ευημερία. Κάτι που εδώ και χρόνια δεν διαψεύδουν ούτε οι διεθνείς οργανισμοί.

3. Από τους σημαντικούς πολιτικούς μετασχηματισμούς που υποβαθμίζουν την πολιτική και τη λειτουργία των θεσμών της δημοκρατίας σε εργαλεία διαχείρισης. Η κυβέρνηση μετασχηματίζεται σε «διακυβέρνηση», όπου η πολιτική διαμορφώνεται και ασκείται από ανταλλαγές και σχέσεις ανάμεσα σε δημόσιες, ιδιωτικές ή ακόμη και εθελοντικές οργανώσεις.

Διαδικασίες εκτός δημοκρατικής λογοδοσίας, με επιτομή την ανάθεση ύψιστων πολιτικών ευθυνών σε τεχνοκράτες. Η «διακυβέρνηση», ταυτιζόμενη με τη διαχείριση των κατευθύνσεων πολιτικής που εκπορεύτηκαν από τη διαβόητη Συναίνεση της Ουάσινγκτον (1989) και επιβάλλονται από διεθνείς οικονομικούς και αναπτυξιακούς οργανισμούς, διαβρώνει κανονιστικά τα θεμελιακά θεσμικά χαρακτηριστικά του δημοκρατικού συστήματος, αφού ακυρώνει έμπρακτα τον δημοκρατικό έλεγχο των πολιτών.

4. Από την αντίφαση που παρουσιάζουν οι αξίες που αποτέλεσαν την προωθητική ιδεολογική δύναμη της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, όπου η «κοινωνία», κατά πώς έλεγε η Θάτσερ, «δεν υπάρχει», με εκείνες που φαίνεται να προκρίνονται ως το ιδεολογικό υπόβαθρο για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ετσι, από τον πολιτισμό της ατομικότητας, των ατομικών στρατηγικών, της λοιδορίας, του ευτελισμού, της υπονόμευσης ή και διάλυσης κάθε συλλογικότητας φαίνεται, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, να απαιτείται κάτι που είχε ήδη διαφανεί με τον περίφημο «Τρίτο Δρόμο», η ενεργοποίηση της ευθύνης της «κοινωνίας των πολιτών».

Ωστόσο, εκείνο που πρακτικά επιλέγεται πλέον ως απάντηση αυτής της αντίφασης είναι απολύτως ενάντια στη δημοκρατία. Και τούτο, γιατί όσο αναβαθμίζεται θεσμικά ο ρόλος της κοινωνίας τόσο περιορίζεται η πολιτική της ισχύς και η αποτελεσματικότητα της δημοκρατικής της παρουσίας. Πόσο νόημα μπορεί να έχει για τους πολίτες η δημοκρατία χωρίς κοινωνική εκπροσώπηση;

5. Από ένα είδος επιλεκτικής και συχνά στρεβλής αντίληψης και εφαρμογής των αρχών της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού, που αποτελούν θεμέλιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντιδημοκρατική αντιμετώπιση –ιδιαίτερα χαρακτηριστική στη χώρα μας, αλλά προσφάτως φαίνεται ότι χαρακτηρίζει και κεντρικές πολιτικές κατευθύνσεις της Ε.Ε.– κάθε κριτικής φωνής που διαφοροποιείται από τη δεσπόζουσα πολιτική και την εξυπηρέτηση των κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων.

Η εν ονόματι της κυβερνητικής σταθερότητας ανοχή και η δεξίωση στα πολιτικά σαλόνια της Ακροδεξιάς δεν είναι πλέον σπάνια. Η δημοκρατία κινδυνεύει πλέον και από όσους συμβάλλουν ώστε να συνηθίσουμε το τέρας.

6. Από την επιλεκτική και την α λα καρτ εφαρμογή του κράτους δικαίου, κάτι που στη χώρα μας αποτελεί πλέον τον κανόνα.

Τέτοιες πρακτικές ουσιαστικά νομιμοποιούν τους εχθρούς της δημοκρατίας, οι οποίοι στα καθ’ ημάς επιχειρούν να ακυρώσουν τα δημοκρατικά, κοινωνικά και φιλελεύθερα κεκτημένα της Μεταπολίτευσης. Η αστική δεξίωση αυτών των απόψεων μόνο ως ενθάρρυνση σε φασίζοντες και φασίστες μπορεί να νοηθεί.

7. Τέλος, κίνδυνοι για τη δημοκρατία προέρχονται από ένα όλο και πιο κοινό δημόσιο λόγο που χαρακτηρίζεται από εκδικητικότητα, στρεψοδικία και εν τέλει αποκλεισμό της διαφοράς και ακόμη περισσότερο της διαφωνίας.

Κίνδυνοι πολλοί, που ωστόσο ανοίγουν το πεδίο στους πολίτες να αποδείξουν ότι η «δημοκρατία είναι έννοια αγωνιστική», όχι μόνο για την προάσπισή της αλλά και για τη διεύρυνσή της.


* Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές



Τρία καθοριστικά διλήμματα και οι πιθανές απαντήσεις τους


Του Χριστόφορου Βερναρδάκη (από εδώ)

Υπάρχουν τρία μεγάλα διλήμματα που απασχολούν τον ΣΥΡΙΖΑ, από τη συγκρότηση του εναίου κόμματος εδώ και ένα χρόνο έως και σήμερα, λίγες ημέρες μετά το τεστ των ευρωεκλογών και των δημοτικών/περιφερειακών εκλογών. Θα προσπαθήσω να τα απαντήσω όσο το δυνατόν πιο καθαρά. Δεν ξεκινώ κατ’ανάγκην από το σημαντικότερο, υπογραμμίζω όμως ότι και τα τρία έχουν μεγάλη μεταξύ τους συσχέτιση και αλληλεξάρτηση.

Δίλημμα Νο 1: Επιασε ο ΣΥΡΙΖΑ «ταβάνι» στην ευρωεκλογές ή όχι;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι εξόχως κρίσιμη, γιατί συνεπάγεται μια αντίστοιχη εκλογική στρατηγική (βεβαίως, πολλές φορές  η «απάντηση» προϋπάρχει και «χρησιμοποιεί» τα στοιχεία κατά το δοκούν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Αν κάποιος απαντήσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπιασε «ταβάνι» μπορεί να δικαιολογήσει εύκολα μια στρατηγική «προσέλκυσης» μετριοπαθών ψηφοφόρων, επομένως μια προγραμματική μετακίνηση προς το «ρεαλισμό». Αν συμβεί αυτό τότε διαμορφώνεται μια οιονεί ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενης συναίνεσης με το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Αυτή η αλυσίδα σκεπτικού αποτελεί σήμερα την κεντρική ερμηνευτική και πολιτική διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος που προβάλλει το «σύστημα διακυβέρνησης». Κεντρική στρατηγική του είναι να «σύρει» τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια τυπικά εκλογικίστικη στρατηγική, και εφόσον το καταφέρει, να εκμεταλλευτεί τις επιπτώσεις που θα έχει κάτι τέτοιο στο πρόγραμμα, την ιδεολογία και τη δομή του κόμματος προς όφελός του.

Το «σύστημα διακυβέρνησης» γνωρίζει κάτι που πολλές φορές και στο εσωτερικό ακόμα του ΣΥΡΙΖΑ υποτιμάται, ή αγνοείται. Η εκλογική έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 και η σταθεροποίησή του το 2014 δεν συνέβη γιατί το κόμμα «μετακινήθηκε» προς κάποιο δυνητικό «κέντρο», αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να αναδειχτεί σε κυρίαρχο κόμμα όχι γιατί «μετακινήθηκε» προς το κέντρο, αλλά γιατί,  αντίθετα, με την ριζοσπαστική του δύναμη κατάφερε να «μετακινήσει» το ίδιο το κέντρο προς τα αριστερά.
Επιβάλλεται λοιπόν για το σύστημα να πιέσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακριβώς αντίστροφη κίνηση. Να μετακινηθεί ο ίδιος προς το «κέντρο», γιατί αν δεν γίνει αυτό θα μετακινείται το «κέντρο» όλο και πιο αριστερά και το συγκρότημα εξουσίας θα χάνει και κοινωνικές προσβάσεις, αλλά και παραδοσιακές «τάξεις-στηρίγματα» που πάντοτε διέθετε (μεσαοστικά και μικροαστικά στρώματα).

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να έχει στις σημερινές συνθήκες μια επιτυχημένη εκλογική και νικηφόρα στρατηγική οφείλει να κάνει το αντίθετο από αυτό που «σκέφτονται» οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος. Καταρχήν πρέπει να γνωρίζει ότι το εύρος της εκλογικής του επιρροής βρίσκεται σήμερα, ακόμα, σε τροχιά ανόδου. Δεν έπιασε δηλαδή «ταβάνι». Οι ευρωεκλογές έδειξαν, πρώτον, τη σταθεροποίηση σε υψηλά ποσοστά της εκλογικής του δύναμης και, δεύτερον, τη σταθεροποίηση και εμβάθυνση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της ψήφου του. Και μάλιστα σε τύπο εκλογών β’τάξεως, δηλαδή σε εκλογές χωρίς διακύβευμα κυβέρνησης. Επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να σταθεροποιήσει και να εμβαθύνει την εκλογική γεωγραφία που σήμερα καταγράφει, και η οποία είναι μια εκλογική συμμαχία των μισθωτών και άνεργων στρωμάτων με τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα που έχουν φτωχοποιηθεί. Είναι πολύ πιο εύκολο για τον ΣΥΡΙΖΑ να διευρύνει αυτήν την εκλογική κοινωνική συμμαχία και να της δώσει σαφές προγραμματικό και ιδεολογικό στίγμα, γιατί ξεκινά από θέση μεγάλης υπεροχής. Αντίθετα, με δεδομένες τις συνθήκες της έντονης ταξικής και ιδεολογικής πόλωσης που επικρατούν σήμερα στη χώρα, είναι εντελώς αδύνατον να αποκτήσει αξιόλογα εκλογικά ακροατήρια στα αστικά στρώματα, και πολύ δύσκολο να διευρύνει θεαματικά τις προσβάσεις του στα μεσοαστικά στρώματα. Επομένως, ο τρόπος για να κερδίσει τις εκλογές και να αυξήσει την εκλογική του δύναμη είναι να ενισχύσει τα ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά του χαρακτηριστικά και να τα μορφοποιήσει σε ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα ανατροπής υπέρ των λαϊκών τάξεων.

Το συμπέρασμα των ευρωεκλογών είναι κατά τη γνώμη μου καθαρό. Δεδομένου ότι οι οικονομικές – κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησε το Μνημόνιο όχι μόνο δεν έχουν αλλάξει προς το καλύτερο αλλά έχουν επιταθεί, η δέουσα στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να κερδίσει τη μεγάλη πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία δεν είναι να «κινηθεί» προς το «κέντρο», αλλά αντίθετα να παραμείνει προσηλωμένος στο πολιτικό του σχέδιο για μια μεγάλη ανατροπή των δεδομένων και να λειτουργήσει ως «κόμμα-μαγνήτης», ριζοσπαστικοποιώντας «κεντρώες» ή «κεντροαριστερές» ομάδες. Να μετακινήσει δηλαδή ολόκληρο το κέντρο βάρους του κομματικού συστήματος προς τα αριστερά, με άξονα ένα «καθαρό» πρόγραμμα, ταυτόχρονα, ανατρεπτικό και εφικτό.

Δίλημμα Νο 2:  Τι είναι όμως πιο συγκεκριμένα αυτό το «πρόγραμμα»; Πώς μπορεί να υπάρξει αυτή η σύνθεση «ανατρεπτικότητας» και «εφικτότητας» στις σημερινές συνθήκες;

Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να υπάρξει μια σοβαρή υπέρβαση του διλήμματος που ταλανίζει το σύνολο της Αριστεράς, προφανώς και τον ΣΥΡΙΖΑ: χρειάζεται κυβερνητικό πρόγραμμα, ναι ή όχι, και αν ναι τι είδους πρόγραμμα είναι αυτό, αν όχι με τι μπορεί να αντικατασταθεί; Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, και γενικότερα στην κουλτούρα της Αριστεράς, συγκροτούνται πάνω στο ζήτημα αυτό –προφανώς με παραλλαγές και «πολυφωνίες»– δύο γενικές κουλτούρες.

Η πρώτη θεωρεί ότι το «πρόγραμμα» εξ’ορισμού σχεδόν αποτελεί μια «τεχνοκρατική» και «κυβερνητικίστικη» αντίληψη. Κατ’αυτήν, πρόγραμμα είναι τα κοινωνικά και κινηματικά αιτήματα, και κάθε άλλη προσέγγιση συνιστά «δεξιό ολίσθημα». Η αντίληψη αυτή είναι αρχαϊκή. Τείνει να υποτιμά καταρχήν το ρόλο του κόμματος ως «συλλογικού διανοούμενου των μαζών». Το κόμμα δεν είναι ένας απλός «μεταφραστής» ή «διαμεσολαβητής» των επιμέρους κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό επίπεδο. Το κόμμα είναι ο οργανισμός που ενοποιεί και ολοκληρώνει τα επιμέρους αιτήματα σε πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή εναρμονίζει τις επιμέρους στοχεύσεις, ιεραρχεί προτεραιότητες στο χρόνο και στο χώρο, δημιουργεί εναλλακτικούς δρόμους ώστε να φτάσει στην υλοποίησή τους. Κι’αυτό γιατί «πρόγραμμα» σημαίνει ουσιαστικά διαδικασία συγκρότησης και εμβάθυνσης κοινωνικών συμμαχιών. Απαιτεί επομένως, συγκεκριμένες και «βαριές» ενδεχομένως γνώσεις για τις κοινωνικές διαστρωματώσεις, συγκεκριμένες ιδέες, αποτελεσματικότητα στην υλοποίηση, κουλτούρα διαχείρισης εργαλείων, κατάλληλο στελεχιακό δυναμικό και πολλά άλλα.

Η δεύτερη κουλτούρα εμφορείται θα έλεγε κανείς από την ακριβώς αντίθετη λογική. Το «πρόγραμμα» θεωρείται μεν απαραίτητο, αλλά εκλαμβάνεται ως ένα άθροισμα «κοστολογημένων» και «ρεαλιστικών» μέτρων. Στην αντίληψη αυτή κινδυνεύει πολλές φορές  να χαθεί το «μείζον» στρατηγικό διακύβευμα, ενώ η ανάγκη να ενσωματωθεί πλήρης και ισχυρή γνώση στη συγκρότηση του «προγράμματος» οδηγεί πολλές φορές στην υιοθέτηση μεθοδολογιών και ερωτημάτων του αντιπάλου. Στην ανάγκη να αναζητηθούν πρωτότυπες και έξυπνες λύσεις, υποβιβάζεται ο ρόλος του κόμματος και των κοινωνικών αιτημάτων / κινημάτων, επειδή θεωρούνται «κλασικής» ή παραδοσιακής αντίληψης. Η δεύτερη αυτή κουλτούρα είναι εκ διαμέτρου φαινομενικά αντίθετη από την πρώτη, ωστόσο μοιάζει πολύ μαζί της. Το «πρόγραμμα» θεωρείται γραμμικό άθροισμα παρεμβάσεων ή στόχων. Δεν συνδέεται με το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πρώτη κουλτούρα. Στην αντίληψη αυτή δεν είναι παρούσες οι κοινωνικές συμμαχίες, αλλά μόνον οι πολιτικές συμμαχίες, οι οποίες όμως εκτρέπονται εύκολα σε εκλογικισμό και τακτικισμό.

Σε ένα κόμμα όμως όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το πρόβλημα δεν είναι οι διαφορετικές κουλτούρες ή απόψεις. Το μεγάλο πρόβλημα του «κόμματος» δεν είναι οι διαφορές, αλλά η «πολιτικοποίηση» των διαφορών. Η σαφής δηλαδή συναίσθηση και της συμφωνίας και της διαφωνίας, οι ακριβείς εννοιολογήσεις που πιθανόν υποκρύπτονται. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα σήμερα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι άλλοι μεν συμφωνούν διαφωνώντας και άλλοι διαφωνούν συμφωνώντας. Αλλά σοβαρή σύνθεση και επομένως στρατηγική και τακτική δεν παράγεται υπό αυτές τις συνθήκες.

Ας διευκρινίσουμε λοιπόν ορισμένα απλά ζητήματα, με την ελπίδα να αναπροσαρμοστεί η συζήτηση. «Πρόγραμμα» δεν υπάρχει χωρίς την υλική δράση των μαζών. Επομένως τα κοινωνικά αιτήματα είναι παρόντα και οι κοινωνικές δυναμικές απαραίτητες. «Πρόγραμμα» δεν είναι ένα άθροισμα παρεμβάσεων και προτάσεων, πρόγραμμα είναι η υλική αποτύπωση των κοινωνικών συμμαχιών που εκφράζει ένα κόμμα. Χωρίς αυτή τη άμεση σχέση πολύ απλά είτε δεν υπάρχει οργανισμός είτε μεταβάλλεται σε ένα άμορφο σχήμα. Π.χ. δεν είναι δυνατόν μια Κυβέρνηση της Αριστεράς (που στηρίζεται στην κοινωνική συμμαχία των λαϊκών και μεσαίων τάξεων) να μην «κόψει το λαιμό» της για να αυξήσει τον κατώτατο μισθό και την κατώτατη σύνταξη, ανεξαρτήτως αν είναι «κοστολογημένο» ή όχι και ανεξαρτήτως αν θα έχει άλλου είδους κόστος ή όχι. Είναι άλλο πράγμα – και επιβάλλεται – να βρεις μεθοδολογικά και γνωστικά εργαλεία ώστε να μπορείς να εφαρμόζεις καλύτερα τις πολιτικές σου και άλλο πράγμα να μην τις εφαρμόζεις γιατί δεν βρήκες ακόμα τα κατάλληλα εργαλεία ή τις «συνθήκες».

Βεβαίως, επίσης, «πρόγραμμα» είναι και μια συνεκτική δομή μέτρων και αποφάσεων, ιεραρχημένων ανάλογα με τις κοινωνικές ανάγκες και «απλωμένων» στο χρόνο, ανάλογα με τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής τους. Το συμπέρασμα είναι σχετικά απλό. Το κυβερνητικό «πρόγραμμα» του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει δύο στοιχεία, άρρηκτα όμως μεταξύ τους: ανατρεπτικότητα και εφικτότητα, εφικτότητα και ανατρεπτικότητα. Οχι το ένα χωρίς το άλλο. Δεν μπορείς να έχεις ανατρεπτικότητα χωρίς εφικτότητα (διότι δεν θα απαντάς στις κοινωνικές σου δυνάμεις και στα άμεσα προβλήματά τους, άρα θα καταρρεύσεις), αλλά, επίσης, δεν μπορείς να έχεις εφικτότητα χωρίς ανατρεπτικότητα (διότι τότε καθίστασαι ένας «διαχειριστής», ένας φορέας άνευ χρησιμότητας για τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπείς).

Δίλημμα Νο 3: Και τι θα γίνει με την ανάγκη διαμόρφωσης «πολιτικών συμμαχιών»;

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να πορευτεί «μόνος του» στο κομματικό σύστημα; Δεν έχει αυτονόητα ανάγκη από πολιτικές συμμαχίες;

Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα αυτό απαντάται με δύο τρόπους, ή καλύτερα με δύο παραλλαγές. Η πρώτη παραλλαγή είναι η «στενότερη». Κατ’αυτήν χρειάζεται μια πολιτική συμμαχία, ένα «μέτωπο» των κομμάτων της Αριστεράς, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η δεύτερη παραλλαγή είναι η «πλατύτερη». Κατ’αυτήν χρειάζεται μια συμπόρευση που ξεκινά από την «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» και φτάνει μέχρι την άκρα αριστερά.  Φαινομενικώς η διαφορά τους είναι διαφορά εύρους. Ωστόσο και στις δύο παραλλαγές έχω τη γνώμη ότι γίνονται σημαντικές «αφαιρέσεις».

Η πρώτη προσέγγιση αυτή είναι μεν θεωρητικώς σωστή, αλλά πρακτικώς ανέφικτη και αναποτελεσματική. Είναι σωστή η ιδέα μιας συμπόρευσης της αριστεράς, όμως η υλική πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το ΚΚΕ ως ηγετική ομάδα και ως ιστορική γραφειοκρατία, για λόγους που δεν είναι της ώρας αλλά που κάποτε πρέπει να συζητηθούν πολύ σοβαρά, αποτελεί οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος. Συνειδητά και συνεκτικά αφίσταται κάθε ιδέας και κάθε δράσης μετωπικής ρήξης με το σύστημα. Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι σαφώς πολύ πιο σύμμαχες δυνάμεις, αλλά ακόμα – δυστυχώς – ισχνές στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Επομένως, η παραλλαγή αυτή δεν απαντά εμπράκτως στην ανάγκη πολιτικών συμμαχιών.

Η δεύτερη παραλλαγή είναι σαφώς πιο «κοντά» στην πραγματικότητα των υλικών πολιτικών συσχετισμών, όμως απαντά στο πρόβλημα πολλές φορές με όρους «τακτικής».  Εϊναι προφανής, π.χ, η ανάγκη πολιτικής συμμαχίας με την «αριστερή σοσιαλδημοκρατία», όμως όρος για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο το ρήγμα στο εσωτερικό της ευρύτερης «σοσιαλδημοκρατίας» ή της «κεντροαριστεράς». Να διαχωρίζεται δηλαδή η «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» από την καθεστωτική πολιτική ελίτ και από τη σοσιαλφιλελεύθερη ηγεσία. Και ο τρόπος για να βαθαίνει το ρήγμα δεν είναι τόσο μια κεντρική πολιτική συμπόρευση κάποιων προσώπων με τον ΣΥΡΙΖΑ (χρήσιμο οπωσδήποτε, αλλά όχι αρκετό) όσο η συγκρότηση της «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας» σε ένα διακριτό πολιτικό χώρο που θα λειτουργεί συμμαχικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και θα λειτουργεί αποτρεπτικά στις απόπειρες συγκρότησης ή ενοποίησης ή ανασύνταξης του χώρου αυτού. Το ίδιο πράγμα θα έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να «πριμοδοτήσει» ακόμα και στο χώρο της «κεντροδεξιάς». Να υποβοηθήσει δηλαδή τη συγκρότηση «σχημάτων» που θα αφαιρούν πολιτική και κομματική νομιμοποίηση από τη ΝΔ και την ακροδεξιά και θα αποτελούν δυνητικούς συμμάχους, έστω και «μιας χρήσης» (π.χ. στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων ή στην αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παραλιών ή του νερού, κλπ).

Ας θυμηθούμε ότι το «σύστημα» τέσσερα χρόνια τώρα «φυτεύει» πολιτικά κόμματα «δεξιά» και «αριστερά», μόνο και μόνο για να αφαιρέσει «αέρα» από τον ΣΥΡΙΖΑ και να αυξάνει την πολιτική του «απομόνωση». Εχει έρθει η ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ να τους «γυρίσει» το παιχνίδι.

Ομως, ας μην το ξεχνάμε στιγμή: των πολιτικών συμμαχιών προηγούνται πάντοτε οι κοινωνικές συμμαχίες. Και εκεί η ένταση της δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή τη στιγμή απολύτως επείγουσα.


Φωτογραφία: Josef Koudelka

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Οι εκλογές του 2014 έκλεισαν ένα κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο



Ήρθε ο καιρός η αριστερά να αναθεωρήσει τις στρατηγικές και τις μορφές αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης, καθώς και να δημιουργήσει εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος


Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)

Η εικόνα των τριών νέων ανθρώπων, του Αλέξη, της Ρένας και του Γαβριήλ, να γιορτάζουν τη βραδιά των εκλογών μπροστά στα Προπύλαια, πέραν της φρεσκάδας και της ομορφιάς, ασυνήθιστη για τη γκριζαδούρα των Ελλήνων πολιτικών, απέπνεε αισιοδοξία και εμπιστοσύνη. Μια πολιτική ηγεσία με διαφορετική ποιότητα, σε σύγκριση με την εικόνα του Σαμαρά, την ίδια βραδιά, ως φανατικού κομματάρχη που μετράει κερδισμένα και χαμένα χωριά, και βεβαίως του εμμονικού Βενιζέλου, που γνωρίζοντας πως είναι αντιπαθής, προσπαθεί να γίνει αντιπαθέστερος. Τέτοιες εικόνες λένε περισσότερα από τις αναλύσεις. Κι ακόμη αν προβάλεις την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη θα διαπιστώσεις πως στη γενική άνοδο της Δεξιάς και του ευρω-αρνητισμού, επιλέγει να αναδείξει ως πρώτο κόμμα την Αριστερά. Πράγματι η Αριστερά κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τα ερείσματά της στο σεισμό των εκλογών του 2012 που άλλαξαν το πολιτικό τοπίο στη χώρα, και ακόμη να ξετινάξει από πάνω της τις κατηγορίες που εκτόξευαν με επιμονή οι αντίπαλοί της για άκρο, για αντι-ευρωπαϊσμό, για λαϊκισμό και τόσα άλλα. Δεν μπορεί κανείς να υποτιμά το γεγονός πως όλα αυτά τα κέρδισε απέναντι σε ένα συμπαγές επιθετικό μέτωπο που αποτελούνταν από τα κυβερνητικά κόμματα, τα ΜΜΕ, διανοούμενους υπηρεσίας, αλλά και ξένες κυβερνήσεις και οίκους αξιολόγησης κ.λπ. Της άξιζε επομένως να γιορτάσει το βράδυ των ευρωεκλογών στα προπύλαια.

Ώς εδώ τα καλά και ευχάριστα νέα. Τα δυσάρεστα δεν αρχίζουν μόνο με την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε τρίτη δύναμη. Ούτε με τον καταποντισμό της ΔΗΜΑΡ, δυνάμει σύμμαχο σε μια μετατόπιση του πολιτικού άξονα αριστερότερα. Τα δυσάρεστα αφορούν το γεγονός ότι η Αριστερά μπορεί να γιορτάζει για πρώτη φορά την ανάδειξή της στο μεγαλύτερο ελληνικό κόμμα, αλλά αυτό δεν συνέβη επειδή αύξησε τη δύναμή της από το 2012, αλλά επειδή έχασαν δύναμη οι αντίπαλοί της. Έχασαν περίπου το ένα τρίτο της επιρροής τους Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟΚ. Γιατί όμως, παρά τη φοβερή αυτή κρίση, δεν αυξήθηκε η επιρροή της Αριστεράς; Είναι πράγματι αυτή η οροφή της; Αυτό είναι το ένα θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει. Το άλλο είναι ότι και με τη δημιουργία του Ποταμιού, το μπλοκ εξουσίας φαίνεται να θωρακίζεται κλείνοντας τον δρόμο στην Αριστερά.

Τι σημαίνουν αυτές οι δύο παρατηρήσεις; Μήπως ότι το ελληνικό κατεστημένο μπόρεσε να ξεπεράσει την κρίση με ασφάλεια; Μήπως ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς να επανατοποθετήσει τη χώρα σε μια νέα τροχιά μετά την κρίση; Κοιτώντας ιστορικά τις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις, βλέπουμε ότι δεν έχουν πάντοτε ομότροπο αποτέλεσμα. Και η κρίση της σημερινής Ευρώπης δείχνει μεγαλύτερη ενίσχυση της Ακραίας Δεξιάς παρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η υπαρκτή ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, είναι ασύμμετρη ως προς το βάθος και τις επιπτώσεις της κρίσης.

Η αντίληψη που θεωρεί πως η κρίση είναι μια στιγμή στην οποία όλα παίζονται, δημιουργεί και μια αντίληψη επέλασης προς την εξουσία. Να καταλαβαίνουμε την κρίση ως μια στιγμή που όλα παίζονται, είναι σωστή και ανταποκρίνεται στην ετυμολογία και στην εννοιολογική ιστορία της λέξης. Αλλά με την έννοια αυτή η στιγμή της κρίσης πέρασε. Η κρίση κρίθηκε και παγιώθηκε σε ένα καθεστώς κρίσης. Αυτό είναι το καθεστώς της βίαιης συμπίεσης του βιοτικού επιπέδου, της απογύμνωσης της εργασίας από κάθε θεσμική πλαισίωση, της ανεργίας και της ανασφάλειας, της ιδιωτικοποίησης των κοινών, της κατεδάφισης των κοινωνικών υπηρεσιών, της μεγάλης κοινωνικής διαφοροποίησης, της απίσχνανσης της δημοκρατίας. Αυτό είναι το καθεστώς που παγίωσε την κρίση. Η κρίση δεν εκκαθάρισε το έδαφος ώστε να δημιουργήσει ένα πεδίο στο οποίο παρατάσσεται ένας στρατός φτωχών, απέναντι σε ένα φρούριο πλουσίων. Δεν δημιούργησε ένα γυμνό πεδίο όπου είναι δυνατή μια κοινωνική επέλαση. Εφόσον η κρίση παγιώθηκε, πάνω στο έδαφος που εκκαθάρισε, φύτρωσε ένα καινούριο δάσος. Ένα δάσος της κρίσης. Η κρίση αποτέλεσε ένα περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε μια νέα χλωρίδα και μια νέα πανίδα. Να το πούμε ένα δάσος άγριου καπιταλισμού; Όταν παγιώνεται μια κατάσταση, αναπαράγεται. Η κρίση ήταν ένα εργαλείο για να αλλάξει η κοινωνία. Είναι μάταιο και αναποτελεσματικό να θεωρούμε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα, η έξοδος στις αγορές και η εμπιστοσύνη των οίκων αξιολόγησης δεν σηματοδοτούν την έξοδο από την κρίση. Αυτή είναι η έξοδος, αυτή την έξοδο επιδίωκαν όσοι διαχειρίστηκαν την κρίση, αυτή είναι η επιτυχία των περίφημων δομικών μεταρρυθμίσεων. Σύντομα θα το καταλάβουμε ότι η κρίση θα έχει ξεπεραστεί για τις νέες ομάδες που θα αναδειχτούν μέσα από μια γιγαντιαία μεταβίβαση πόρων, περιουσιών, και κύρους, ενώ θα αποτελεί την επισφαλή πραγματικότητα όλων των άλλων. Η κρίση αναπαράγεται γιατί δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό παιχνίδι, έναν νέο κοινωνικό ορίζοντα στον οποίο συνωστίζονται οι προσδοκίες και αποκτούν συνείδηση νέες ομάδες. Η Αριστερά κερδίζει όταν αυτές οι προσδοκίες ξεπερνούν τον ορίζοντα αυτόν, επομένως θέτουν ζήτημα αλλαγής του. Χάνει όμως όταν οι προσδοκίες παραμένουν εγκλωβισμένες μέσα στον ορίζοντα αυτόν.

Οι μεγάλες σαρωτικές επαναστάσεις των δύο περασμένων αιώνων συνέβησαν όταν τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν σύνθετες κοινωνίες μπορούσαν να απλοποιηθούν σε ένα και μοναδικό. Αυτό μπορούσε να συμβεί, και πράγματι επιχειρήθηκε να συμβεί στην Ελλάδα με το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Το momentum όμως αυτού του διλήμματος χάθηκε. Όχι μόνο γιατί το μνημόνιο ως πολιτική αλλαγών πέρασε, αλλά και γιατί τα στρατόπεδα δεν ήταν συμπαγή. Και αν το στρατόπεδο του μνημονίου αποδείχτηκε περισσότερο συμπαγές καθώς πολλοί φιλελεύθεροι θυσίασαν τις αρχές τους σε μια συμμαχία με την Ακραία Δεξιά που συσπείρωσε ο Σαμαράς, το στρατόπεδο του αντιμνημονίου χωριζόταν από τη βαθιά και αγεφύρωτη τομή φασισμού-αντιφασισμού. Το momentum χάθηκε αλλά η πολιτική αντιπαράθεση συνέχιζε να στοιχίζεται σε αυτή την αντίθεση, με τις ρόδες να γυρίζουν στο κενό. Και αυτό το διαπιστώσαμε κυρίως στις δημοτικές εκλογές, όπου εκτός από την Αθήνα και την Αττική όπου προβλήθηκαν χαρισματικές προσωπικότητες, στην υπόλοιπη Ελλάδα οδήγησε σε αδικαιολόγητες αποτυχίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η Αριστερά βγήκε από τον πρώτο γύρο εκτός παιχνιδιού ήταν η Θεσσαλονίκη και η κεντρική Μακεδονία.

Τα δείγματα της νέας εποχής είναι ο Πειραιάς και ο Βόλος. Αυτά τα δύο λιμάνια κατέχουν πια μια νέα στρατηγική θέση στη γεωγραφία της παγκοσμιοποίησης γιατί είναι οι πύλες των μεταφορών από την Ασία στην Ευρώπη. Καταλαβαίνει κανείς ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, η παρουσία της COSCO, η τύχη της παρακείμενης αδιάθετης γης, η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, δεν είναι πια τοπικής, ούτε εθνικής, αλλά παγκόσμιας σημασίας διακυβεύματα. Εκεί λοιπόν η παράγκα με τους μπράβους, τον εκφοβισμό και την εξαγορά αντί να στήνει παιχνίδια και στοιχήματα εισέβαλε στα δημαρχιακά μέγαρα για να διαχειριστεί τις προσόδους, τα ΕΣΠΑ, τη γη, τις εγκαταστάσεις, την απασχόληση. Αν σηκώσουμε λίγο τον μπερντέ θα δούμε το νέο οικοσύστημα που δημιούργησε η κρίση. Δεν μας είναι ένα άγνωστο. Η λέξη ολιγάρχες που χρησιμοποιούμε για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σε μόνιμη κρίση εδώ και δεκαετίες, δείχνει πώς μπορεί να διαμορφωθεί και το δικό μας μετά-την-κρίση πολιτικό μέλλον. Εδώ διαμορφώνονται τα νέα κέντρα σύνθετης ισχύος που υπερβαίνουν τις παλιές διαχωριστικές γραμμές και ενσωματώνουν πλέμπα με αφεντικά της μέρας ή της νύχτας, νόμιμη και παράνομη παραγωγή χρήματος, εφοπλιστές, διυλιστήρια και φοροδιαφυγή καυσίμων, εκκλησία, πασόκους, νεοδημοκράτες και χρυσαυγίτες.

Αν λοιπόν πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κρίση ως στιγμή διακύβευσης πέρασε, αφήνοντάς μας σε μια νέα κατάσταση μόνιμης κρίσης που αναπαράγεται, τότε είναι καιρός αναθεώρησης των στρατηγικών και των μορφών αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης. Ως επίκεντρο πλέον πρέπει να τεθεί ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθεί η καινούρια μετά την κρίση εποχή. Αυτό δεν δημιουργεί, όπως ίσως νομίσουν μερικοί, ένα τετελεσμένο, μια αναγνώριση, έναν συμβιβασμό με τα αποτελέσματα της κρίσης. Κάθε άλλο. Οι εποχές στις οποίες διακυβεύονται τα πάντα, όπου ο κύκλος είναι καθοδικός, η κατάθλιψη, ο φόβος, ο κίνδυνος λειτουργούσαν παραλυτικά. Στην ανοδική πορεία του κύκλου, ακόμη και αν η κοινωνική κατάσταση είναι πολύ κακή, η ελπίδα ισχυροποιεί το αίσθημα ανάληψης ρίσκου. Χρειάζονται όμως άλλες μορφές αντίληψης της πολιτικής αντιπαράθεσης και αναμέτρησης. Σύνθετες στρατηγικές. Η στρατηγική θα πρέπει να μοιάζει σαν την κοίτη ενός ποταμού η οποία μπορεί να συγκρατεί πολλά ρεύματα. Από τη σχέση ανάμεσα στο σύνθετο και το συνεκτικό θα εξαρτηθεί η δύναμή της. Από την ικανότητα να δημιουργηθούν εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος.

Η Αριστερά του 2014 μπορεί να αναλάβει μια σύνθετη στρατηγική; Ασφαλώς, γιατί δεν είναι η νεοπαγής Αριστερά του 2012 που η συνοχή της εξαρτάται από τη σύγκρουση. Τώρα το μέγα ζήτημα είναι με ποιες συμμαχίες θα προχωρήσει. Πού θα τις βρει. Με ποιους θα γίνει μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Το ζήτημα εξαρτάται και από το ίδιο το προσωπικό της Αριστεράς, αν μπορεί να καλλιεργήσει αίσθημα εμπιστοσύνης. Εδώ τα μηνύματα είναι μεικτά. Η σύνθεση λ.χ. της ομάδας που θα πάει στο Ευρωκοινοβούλιο για να αμφισβητήσει τις επικρατούσε πολιτικές, εκπέμπει ασφαλώς ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα ως προς την εκλογή του Γλέζου και της Κούνεβα. Προβληματίζει όμως ως προς την υπόλοιπη σύνθεση, η οποία δύσκολα μπορεί να εκφράζει τις επεξεργασίες και το πνεύμα της ηγεσίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., πόσο μάλλον να το εκφράσει στην Ευρώπη. Βεβαίως, όπως άλλωστε σε όλα τα μεγάλα κόμματα, συγκλίνουν, ασύμπτωτα επίπεδα, και κυρίως ασύμπτωτες αντιλήψεις του είναι και του πράττειν.

Συμπερασματικά, οι εκλογές του 2014 έκλεισαν έναν κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο.

Ας κρατήσουμε όμως από τις εκλογές αυτές τη νίκη της Δούρου, μια ευκαιρία να γίνει η Αττική εργαστήρι του buon governo, και την ανάδειξη του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στον Δήμο της Αθήνας, ως παραδείγματος ήθους και ύφους μιας νέας πολιτικής. Η εικόνα των τριών το βράδυ των εκλογών στα Προπύλαια είναι μια εικόνα αισιοδοξίας.