Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Πλευρές της βαρβαρότητας




Του Σωτήρη Δημητρίου (από εδώ)


SPURIDAKIS, MANOS, The Liminal Worker, Surrey, Ashgate, 2013, σελ. 261

Όλοι, σχεδόν, μάθαμε ότι η ανθρωπότητα διανύει τα στάδια: Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός. Στο στάδιο του Πολιτισμού βρίσκεται η Δύση, στη Βαρβαρότητα ανήκουν οι παλαιότερες αυτοκρατορίες και οι μεγάλοι κοινωνικοί σχηματισμοί της Ασίας, ενώ οι απλές κοινωνίες και οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» ανήκουν στην Αγριότητα. Το σχήμα αυτό της ιστορίας διατυπώθηκε τον 18ο αιώνα από τον Σκωτσέζο ιστορικό Φέργκιουσον και καθιερώθηκε από τον κυρίαρχο ρόλο της Δύσης. Πολύ λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι το σχήμα αυτό της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο η Δύση έχει την αποστολή να μεταδώσει τον πολιτισμό και στον υπόλοιπο κόσμο μέσω της αποικιοκρατίας, είναι εντελώς άκυρο. Κάθε κουλτούρα, όπως έδειξε η ανθρωπολογία, πιστεύει ότι είναι ανώτερη και ότι οι άλλες είναι βάρβαρες. Το ίδιο πίστεψε και η Δυτική κουλτούρα, και είναι καιρός να επισημάνουμε και τις διάφορες άλλες προκαταλήψεις της –ρατσισμός, σωβινισμός, ανδροκρατία κ.ά,- που της δημιουργούν προβλήματα. μΣτη δεκαετία του ’60 σημειώθηκε μια μεγάλη μια μεγάλη ανατροπή. Από τις έρευνες της ανθρωπολογίας διαπιστώθηκε ότι οι απλές κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών αγνοούν τον πόλεμο και διατηρούν σχέσεις ισονομίας. Η αποκάλυψη αυτή κατέρριπτε την άποψη ότι πρώτη φάση της ανθρωπότητας ήταν η Αγριότητα. Σ’ αυτό συνέβαλε και η αποκάλυψη της αρχαιολογίας ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πολέμου πριν τον αιώνα του Χαλκού, δηλαδή πριν το 2.000 π.Χ. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι στην περίοδο του πολιτισμού οι νεκροί από πολέμους υπερβαίνουν κατά πολύ τους νεκρούς από πολέμους των άλλων περιόδων, είναι φανερό ότι το σχήμα Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός είναι εντελώς αθεμελίωτο. 

Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπαίνει το ερώτημα για το πόσο «πολιτισμένος» είναι ο πολιτισμός της Δύσης. Είναι τεράστιο ερώτημα και το αφήνουμε για άλλες συζητήσεις. Παραμένει, εντούτοις, ακέραιο το ζήτημα της κριτικής της κουλτούρας μας. Παραβλέποντας παλαιότερες επικρίσεις για τον Δυτικό πολιτισμό, π.χ. από τους Α. Tocqueville, O. Spengler, J. Papini κ.ά., από τη δεκαετία του ’70 άρχισαν να πληθαίνουν, κυρίως στη Γαλλία, απόψεις ότι η Δύση έχει εισέλθει στη φάση της βαρβαρότητας –σ’ αυτές εγγράφονται και οι θέσεις του M. Foucault για την βιοηθική και τη βιοεξουσία.

Εκείνο που προκύπτει είναι ότι εφόσον οι μετά το 2.000 π.Χ. κοινωνίες είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία κοινωνίες της ανισότητας, δεν μπορούμε να μιλάμε για ανώτερο πολιτισμό. Η βιομηχανική κοινωνία παρουσιάζει ορισμένες θετικές πλευρές, π.χ. αύξηση της τεχνολογίας, του επιπέδου υλικής ζωής, του ορίου ηλικίας κ.ά., αλλά παράλληλα χαρακτηρίζεται από στοιχεία βαρβαρότητας που είναι ανύπαρκτα στις προηγούμενες κοινωνίες. Για παράδειγμα, ενώ δίνει έμφαση στην ανάπτυξη της ατομικής πρωτοβουλίας, ταυτόχρονα επιβάλλει το μεγαλύτερο από κάθε άλλη κουλτούρα έλεγχο στο άτομο. Πιο σημαντική είναι η έλλειψη ομοιοστασίας, γι’ αυτό, αντίθετα από τις άλλες κουλτούρες, παρουσιάζει φτώχεια, ανεργία και άστεγους. Στην περίοδο της αποδόμησης που διέρχεται, τα συμπτώματα αυτά διογκώνονται και, σε σύνδεση με τη βία που τα συνοδεύει, αποτελούν την επέλαση της βαρβαρότητας.   
 
Σε πρόσφατο του βιβλίο ο Z. Bauman καταγράφει τις «Παράπλευρες απώλειες» που προκαλεί η αποδόμηση του συστήματος: αβεβαιότητα, ανασφάλεια, φοβία, εχθρότητα, συρρίκνωση της δημοκρατίας και που αποτελούν μορφές της βαρβαρότητας. Στο τελευταίο του βιβλίο, που εκδόθηκε στα αγγλικά, ο Μάνος Σπυριδάκης αναλύει μια άλλη, εξίσου σοβαρή πλευρά της βαρβαρότητας, αυτήν που προέρχεται από την ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Ποια μπορεί να είναι η σχέση της ανεργίας με τη βαρβαρότητα;   
  
Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο ιδεαλισμό, πιστεύαμε ότι στην πορεία της εξέλιξης οι πρόγονοί μας έγιναν άνθρωποι από τη στιγμή που απέκτησαν τη γλώσσα και ότι η απόκτηση της γλώσσας ήταν προϊόν της βιολογικής εξέλιξης. Το 1876 ο F. Engels διατύπωσε την τολμηρή για τότε θέση ότι η γλώσσα υπήρξε το προϊόν της δράσης του ανθρώπου στη φύση μέσω της εργασίας. Η θέση του δικαιώθηκε μετά από έναν αιώνα, όταν επιβεβαιώθηκε από την προϊστορική αρχαιολογία ότι, αφότου εμφανίζεται ο άνθρωπος πριν 2.9 εκατπμμύρια χρόνια, με κριτήριο την κατασκευή εργαλείου από άλλο εργαλείο, χρειάστηκαν 1,5 εκατομμύριο χρόνια συνεχούς δράσης στον πλανήτη μας μέχρι να κατακτήσει τη γλώσσα.              
                   
Η εμφάνιση του ανθρώπου αποτελεί βαθιά τομή στη φυσική εξέλιξη. Η επιβίωσή του δεν εξασφαλίζεται από το γενετικό κώδικα και τα λεγόμενα ένστικτα, όπως συμβαίνει με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά με την επίκτητη μάθηση και τη δράση του στο μετασχηματισμό της φύσης διαμέσου της κοινωνικής συγκρότησης. Η διαφορετική αυτή σχέση που συνάπτει με τη φύση, σχέση επέμβασης σ’ αυτήν και μετασχηματισμού της, είναι η σχέση εργασίας. Με τη σχέση εργασίας ο άνθρωπος μεταμορφώνει το περιβάλλον και το χρησιμοποιεί με βάση τις ανάγκες του – παράγει τη φωτιά, δαμάζει τα ζώα, κατασκευάζει καταυλισμούς, αξιοποιεί τη δύναμη του ανέμου και του νερού, επεμβαίνει στην ίδια τη δομή της ύλης με την ατομική ενέργεια. Χάρη στη σχέση εργασίας, αποκτά την ικανότητα να επιβιώνει σε οποιοδήποτε περιβάλλον του πλανήτη μας χωρίς να αλλάζει είδος, ικανότητα που δεν την διαθέτει κανείς άλλος ζωντανός οργανισμός. Χάρη στην εργασία, τέλος, αναπτύσσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που τον ξεχωρίζουν από τη βιόσφαιρα: δημιουργικότητα, επινοητικότητα, προσωπικότητα. Μέσα από τις σχέσεις εργασίας προσδιορίζεται η ηθική του υπόσταση.     
                
Σύμφωνα με τα παραπάνω, που είναι σε όλους γνωστά αλλά αποσιωπούνται σκόπιμα, η αφαίρεση της εργασίας, η ανεργία, αποτελεί, μαζί με τις επιθέσεις κατά της υγείας και της παιδείας, μια από τις σοβαρότερες μορφές της επερχόμενης βαρβαρότητας. Δεν αποτελεί, απλά, οικονομικό μέγεθος ή όρο της παραγωγής. Καταλύει την προσωπικότητα και την ηθική υπόσταση του ατόμου. Τις επιπτώσεις αυτής της βαρβαρότητας, που αποτελεί κοινωνικό πλήγμα, εξετάζει στο βιβλίο του, ο Μάνος Σπυριδάκης. Δεν περιορίζει το φαινόμενο μόνο στους ανέργους αλλά το επεκτείνει και σε όλους όσοι έχουν ανασφάλεια εργασίας οι οποίοι, δεδομένης της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων και του ελέγχου που ασκείται στους μονίμους υπαλλήλους, αφορούν το σύνολο του πληθυσμού.        
               
Η έρευνά του αφορά τους απολυμένους της καπνοβιομηχανίας, τους εργαζόμενους στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη στο Πέραμα και στους τραπεζικούς υπαλλήλους. Το γενικό γνώρισμα όλων αυτών, πιο έντονο στους ανέργους, είναι η ανασφάλεια της εργασίας. Διάγουν σε κατάσταση «κατωφλιού», δηλαδή σε συνθήκες εκκρεμότητας ή περιθωριοποίησης. Από τη μια πλευρά διαπιστώνει ότι η αύξηση της ανασφάλειας συνδέεται με αύξηση της ανισότητας και μείωση της παραγωγικότητας, σε αντίθεση με τις εξαγγελίες των «ειδικών». Από την άλλη, η ανασφάλεια της εργασίας προκαλεί στους εργαζόμενους ασάφεια ηθικής. Οι περισσότεροι στιγματίζονται, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Θεωρούν ότι η κατάστασή τους οφείλεται σε προσωπική τους αποτυχία, πράγμα που τους προκαλεί ψυχολογικά προβλήματα. Μειώνουν τις κοινωνικές επαφές τους και τη δραστηριότητά τους, μειώνουν την κοινωνική δράση τους, γίνονται απαθείς και αποδομούν το χρόνο τους ή οδηγούνται στην αυτοκτονία. Για να βρουν νέα δουλειά ή για να εξασφαλίσουν αυτήν που έχουν υποβάλλονται σε χειρότερες μορφές συναίνεσης και σε έκπτωση της αξιοπρέπειας. Η απώλεια της ένταξής τους στο κοινωνικο-πολιτισμικό σύστημα, που προκύπτει από την απώλεια ή την ανασφάλεια της εργασίας, επιφέρει κλονισμό της σωματικής και της ψυχικής τους υγείας.       
 
Είναι προφανείς οι επιπτώσεις που προκαλούνται από την ανασφάλεια εργασίας σε όλη την οικογένεια του εργαζόμενου, ώστε δεν χρειάζεται να επεκταθούμε σ’ αυτό. Το σημείο στο οποίο επιμένει ο Μ. Σπυριδάκης είναι η πλήρης ανατροπή της θεωρίας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή «η επιλογή του ατόμου για αύξηση του κέρδους με το ελάχιστο κόστος». Για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αυτό δεν ισχύει, γιατί οι εργαζόμενοι δεν έχουν επιλογές και γιατί αν έχουν κάποια επιλογή αυτή αφορά τη μόνιμη εργασία και όχι το κέρδος. Το πιο σοβαρό είναι ότι, επειδή η ανεργία, μαζί με την αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου, διογκώνονται συνεχώς, ομοίως διογκώνεται και το φάσμα της βαρβαρότητας.

Βιβλιογραφία
Bauman, Z. “Collateral damages”, Cambridge/Malden, Polity, 2011.       
Engels, F., The Part Played by Labour in the Transition from Ape to Man, Moscow, Progress, 1974 [1876]

Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ανθρωπολόγος

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Ένα πρόγραμμα χωρίς έμπνευση




Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)   


Δεν θα περίμενε κανείς από ένα κόμμα το οποίο έχει διαγράψει μια δυναμική πορεία, που το φέρνει με αξιώσεις στα πρόθυρα διακυβέρνησης, να κυκλοφορεί πρόγραμμα πολιτισμού που θυμίζει ΠαΣοΚ δεκαετίας '80. Βέβαια η «βίαιη ωρίμανση» δεν συντελείται ταυτόχρονα παντού, και εκτός από τα άγουρα υπάρχουν και τα μπαγιάτικα. Βέβαια σ' όλα τα μεγάλα κόμματα υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες. Διαπιστώνει επίσης κανείς, από την εμπειρία των προηγούμενων κυβερνήσεων, ότι η πολιτική του πολιτισμού θεωρείται κερασάκι στην τούρτα, πολυτέλεια που αφορά δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Ιδια άποψη διαπερνά βέβαια και τις κριτικές που δέχτηκε έως τώρα αυτό το πρόγραμμα. Ελάχιστοι αντιλαμβάνονται την έννοια πολιτισμός χωρίς εξιδανίκευση ή πέραν της σχέσης βάση - εποικοδόμημα. Αλλά ο πολιτισμός παράγει. Και όταν λέμε παράγει δεν εννοούμε την κακόηχη ανοησία περί «βιομηχανίας πολιτισμού στην Ελλάδα». Ο πολιτισμός παράγει υποκείμενα, τις σχέσεις τους με το σώμα τους, την τεχνολογία, τη θρησκεία, την οικονομία και την κοινωνία, παρεισφρέει στην ίδια την υφή τους.

Διαβάζουμε τον κόσμο γύρω μας και αρθρώνουμε λόγο γι' αυτόν μέσα από το πολιτισμικό αλφάβητο που μάθαμε να χρησιμοποιούμε. Ο πολιτισμός με δυο λόγια δεν περιλαμβάνει απλώς ιδέες και αξίες στη σφαίρα του υψηλού, αλλά επίσης τεχνολογία και καθημερινές πρακτικές. Ο πολιτισμός της ψηφιακής εποχής είναι διαφορετικός από εκείνης του έντυπου λόγου, όπως και εκείνος διέφερε από την εποχή του χειρογράφου. Επομένως μια πολιτική του πολιτισμού στην ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να αφορά απλώς «τέχνες και γράμματα», ούτε να διέπεται από μιαν εκ των άνω προς τα κάτω κρατική λογική. Η νέα τεχνολογία αναδιατάσσει τις κοινότητες, το εθνικό και το διεθνές, την παραγωγή, κυκλοφορία και χρήση της πληροφορίας. Πολιτισμός χωρίς συμμετοχή, συμμετοχή του πλήθους, δεν νοείται. Η πρόκληση αφορά τη δημιουργική οργάνωση του χάους. Μια πολιτική πολιτισμού πρέπει να διαπερνά το σύνολο ενός κυβερνητικού προγράμματος.

Η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μια κρίση πολιτισμού. Είναι άνθηση πολιτισμού. Αν η οικονομική κρίση είχε συνοδευτεί και από πολιτισμική κρίση, η χώρα θα ήταν νεκρή. Οποιος κοιτάξει γύρω του, αν δεν πάσχει από πρεσβυωπία, θα δει τον κόσμο να συζητάει τα μεγάλα ζητήματα από την αρχή, θέτοντας υπό κριτική αυτονόητα και βασικές έννοιες. Ενα βουλευτήριο έχει γίνει ο τόπος μας, ανεξαρτήτως αν συμφωνούμε ή όχι και αν οι συζητήσεις ικανοποιούν τα γούστα των διανοουμένων. Ο κόσμος έχει πάρει τον λόγο. Εχει γίνει υποκείμενο του λόγου του. Πλήθος μικρές θεατρικές, μουσικές, χορευτικές, ποιητικές ομάδες και παρέες συναντιούνται και κάνουν πράγματα, μόνες τους, με λίγα μέσα. Πόσες πρωτεύουσες έχουν το βράδυ τον πλούτο εκδηλώσεων της Αθήνας; Οι άξονες του πολιτισμικού χώρου αναδιατάσσονται με την είσοδο νέων μεγάλων παικτών. Και η εμφάνιση του ναζιστικού φαινομένου στη χώρα μας, σ' αυτή την έκταση, πολιτισμικό φαινόμενο είναι. Οχι έλλειψη, όχι απουσία πολιτισμού, αλλά προσπάθεια να δοθεί στον πολιτισμό ένα νόημα και να συνδεθεί με οικεία πράγματα, οικεία κακά. Ο πολιτισμός είναι όρος αξιακά ουδέτερος. Οι καινούργιες πολιτικές ταυτότητες θα αντλήσουν από αυτό το έδαφος. Θα είναι και αποδεκτές και απαράδεκτες, αλλά πολιτισμικά προσδιορισμένες και με πολιτισμικά υλικά φτιαγμένες. Αντί λοιπόν το πρόγραμμα πολιτισμού της Αριστεράς που φιλοδοξεί να θέσει τη χώρα σε καινούργια τροχιά να αναμετρηθεί με αυτές τις προκλήσεις, να έχει συνολική οπτική, είναι μια συρραφή από συντεχνιακά αιτήματα όπως οι 19 τοπικοί κρατικοί ραδιοσταθμοί και η ενιαία τιμή του βιβλίου! Απουσιάζουν οι μεγάλες κατευθυντήριες γραμμές, που θα αποτυπώσουν την ταυτότητά του. Χωρίς έμπνευση.

Σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα το βασικό ζήτημα θα ήταν η πρόσβαση στους πολιτισμικούς πόρους. Η ανισότητα και η ανισοκατανομή πολιτισμικών πόρων και συμβολικού κεφαλαίου παράγει και διαιωνίζει την κοινωνική ανισότητα. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα και δεν έχει την πολυτέλεια μιας ελιτίστικης δόμησης της παιδείας και των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Η έγνοια για τον πολιτισμό πρέπει να διεισδύσει βαθιά στην εκπαίδευση, στη διά βίου μάθηση, στην επαφή με τις κοινότητες των μεταναστών, στη μεταφορά πολιτισμικών πόρων στις υποβαθμισμένες περιοχές. Καιρός να θέσει η Αριστερά το ζήτημα της πολιτισμικής δημοκρατίας ως έναν από τους βασικούς άξονες του προγράμματός της. Η πολιτική δημοκρατία είναι ανάπηρη και ανυπεράσπιστη χωρίς πολιτισμική δημοκρατία, και μάλιστα σε μια εποχή στην οποία το σώμα πάνω στο οποίο άνθησε η δημοκρατία έπαψε να είναι εθνικά και πολιτισμικά ομοιογενές.

Πώς ένα κόμμα που δεξιώνεται την Μπάτλερ, τη Σπίβακ, τον Αγκαμπεν, τον Ζίζεκ, τον Μπαλιμπάρ, που διαθέτει σοβαρούς διανοούμενους, μπορεί ταυτόχρονα να αρθρώνει παρόμοιο φοβικό πρόγραμμα; Πού αποτυπώνεται στο πρόγραμμα η κριτική θεωρία, οι επεξεργασίες της πολιτισμικής Αριστεράς; Αν το κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα αφορά τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, πώς αντιμετωπίζονται οι βαθιές πολιτισμικές διακρίσεις που τις συνοδεύουν, η επίταση των ανισοτήτων στο συμβολικό πεδίο; Πάνω στην οικονομική στέρηση, προωθώντας μια συνωμοσιολογική και εθνοκεντρική ανάγνωση του κόσμου, βασίζεται και η ευρωσκεπτικιστική λαϊκιστική Δεξιά. Οπως η πολιτισμική Αριστερά χωρίς την κριτική των κοινωνικών ανισοτήτων γίνεται παιχνιδάκι της τεχνοκρατικής και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, έτσι και η κοινωνική Αριστερά χωρίς την κριτική της πολιτισμικής Αριστεράς κινδυνεύει να μοιάσει της εθνολαϊκιστικής Δεξιάς.

Τέλος, ένα πρόγραμμα γειωμένο στην Ελλάδα δεν μπορεί να μη συζητεί την «τυραννία της αρχαιότητας» σε βάρος της σύγχρονης δημιουργικότητας. Το κυρίαρχο πλέγμα αντιλαμβάνεται τη σχέση των Ελλήνων με την ιστορία τους ως μια μεταπρατική σχέση. Η μνήμη και οι ιστορικές κληρονομιές έχουν επισκιάσει την έννοια του πολιτισμού και τη δυναμική της σχέση με το μέλλον. Δεν αφορά αυτό την πολιτική πολιτισμού της Αριστεράς;

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.