Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Σ’ αυτές τις εκλογές δεν αρκεί να ψηφίσεις





Της Έφης Γιαννοπούλου (από εδώ)


Η αλήθεια είναι πως στη δημοκρατία ποτέ δεν αρκεί να ψηφίσεις. Ο ρόλος του πολίτη δεν εξαντλείται τη μία φορά που κάθε τέσσερα χρόνια (ενίοτε και συχνότερα) βρίσκεται ενώπιον της κάλπης. Κι όμως για πολλά χρόνια, κυρίως αυτά που προηγήθηκαν της κρίσης, εμπεδώθηκε σχεδόν η άποψη πως η πολιτική είναι αρμοδιότητα των λίγων, των ειδικών, των τεχνοκρατών, αυτών που ξέρουν και δικαιούνται να εκφέρουν γνώμη. Οι υπόλοιποι, καθησυχασμένοι από τη βέβαιη και αδιατάρακτη ευημερία που επαγγέλλονταν οι εκάστοτε κυβερνώντες, μπορούσαν να απολαμβάνουν τα αποτελέσματα της διαχείρισης των επαϊόντων. Άλλωστε η ιδεολογία, τα οράματα, οι ιδέες στιγματίζονταν ως ξεπερασμένα και παλιομοδίτικα. Η ένταξη στους κυρίαρχους κομματικούς μηχανισμούς ισοδυναμούσε με επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Δεν συνέβαινε μόνο στην Ελλάδα αυτό. Κάπως έτσι, όχι μόνο εδώ, αλλά σε όλο τον δυτικό κόσμο, σβήστηκαν οι διαχωριστικές γραμμές, συρρικνώθηκε η απόσταση μεταξύ Δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας. Και η πολιτική μετατράπηκε σε διαχείριση, και κυρίως σε μη συμμετοχή.

Αυτό ήρθε να αμφισβητήσει, μεταξύ πολλών άλλων δεδομένων της ζωής μας, η κρίση. Την ησυχία και τον εφησυχασμό μας. Τη βεβαιότητα πως όλα αποφασίζονται αλλού και πως όλοι οι πολιτικοί είναι εντέλει ίδιοι. Την ασφάλεια πως η διαχείριση θα μας παρέχει μια λίγο-πολύ άνετη ζωή. Και για όποιον δεν τα κατάφερνε, την πεποίθηση πως στον ίδιο εντοπιζόταν η αιτία του προβλήματος, στην ανεπάρκειά του, στις περιορισμένες του ικανότητες. Ούτε αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, όσο κι αν εδώ η κρίση σάρωσε τις ζωές πολλών ανθρώπων, περισσότερων απ’ οπουδήποτε αλλού. Στις ελληνικές πόλεις, όπως και στις περισσότερες δυτικές μητροπόλεις, τα πλήθη βγήκαν στους δρόμους, κατασκήνωσαν σε πλατείες, συμμετείχαν σε ογκώδεις διαδηλώσεις, αντιστάθηκαν στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που στόχευε τις ζωές τους, αμφισβήτησαν πολλά. Κι όταν πέρασε το κύμα των μαζικών διαδηλώσεων, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ξανάνοιξαν τα παλιά τους βιβλία, που επανήλθαν πιο ενεργοί από ποτέ στην καθημερινότητα της πολιτικής, που οργανώθηκαν σε πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, σε συνεργατικά εγχειρήματα, σε πειράματα αυτοδιαχείρισης. Μέσα στη δίνη της ελληνικής κρίσης, ξαναρχίσαμε να διαβάζουμε, να μιλάμε, να γράφουμε για πολιτική. Ξαναρχίσαμε να οραματιζόμαστε έναν άλλο κόσμο, που πια δεν μας φαινόταν μόνο εφικτός, αλλά και αναγκαίος. Τη στιγμή που όλα συνηγορούσαν στην κυριαρχία της οικονομίας και του οικονομισμού στις ζωές μας, έκανε την επανεμφάνισή της η για καιρό λησμονημένη πολιτική, και μάλιστα στην πιο ουσιαστική μορφή της, ως συμμετοχή των πολλών στη ζωή της πολιτείας. 

Κάπως έτσι έχουμε φτάσει στις πιο κρίσιμες εκλογές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, στις εκλογές στις οποίες όλα δείχνουν πως ένα κόμμα της Αριστεράς θα λάβει την εντολή να σχηματίσει την κυβέρνηση της χώρας, που όλα δείχνουν πως θα φέρουν μια μεγάλη, ριζική αλλαγή. Για κάποιους οι εκλογές αυτές είναι η κατάληξη μιας πορείας χρόνων αντίστασης στην καταστροφή της ζωής μας, υπεράσπισης αξιών, δικαιωμάτων, κοινωνικών κεκτημένων, υπεράσπισης της δημοκρατίας εντέλει. Για πολλούς άλλους όμως η απόφαση αυτής της αλλαγής, που ξεπερνά διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, είναι η έκφραση απλώς της απόγνωσης· γι’ αυτό έχει τον χαρακτήρα της ανάθεσης ή της απλής δοκιμής, και αναπόφευκτα συνοδεύεται από ανησυχία. Η μόνη απάντηση στις επιφυλάξεις και τους φόβους είναι το μήνυμα πως σ’ αυτές τις εκλογές δεν αρκεί να ψηφίσεις. Δεν καλείσαι να αναθέσεις εκ νέου σε κάποιον τη σωτηρία σου, τη διαχείριση της ζωής σου. Δεν περιορίζεται ο ρόλος σου στα λίγα λεπτά που θα βρεθείς αθέατος πίσω απ’ το παραβάν. Το ζητούμενο είναι να είσαι πάντα ορατός. Να στηρίζεις και να ελέγχεις αυτούς που θα χρίσεις εκπροσώπους σου. Να διεκδικείς και να παλεύεις για την αλλαγή που θέλεις να έρθει. Να απαιτείς να ακούγεται η φωνή σου. Να ξαναδώσεις στη δημοκρατία το νόημά της. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε όλοι να υπερβούμε τον φόβο, να αντισταθούμε στην τρομοκρατία που ευθέως ή πλαγίως αμφισβητεί την ικανότητά μας να αποφασίζουμε για τη ζωή μας. 

Από τη δική της πλευρά, η Αριστερά που θα κληθεί να κυβερνήσει σε λίγες μέρες έχει ως μέγιστο καθήκον την αποκατάσταση της τρωθείσας δημοκρατίας. Όχι μόνο στο τυπικά θεσμικό επίπεδο, όπου βάναυσα συρρικνώθηκε τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στο Κοινοβούλιο που μετατράπηκε σε μηχανισμό τυφλής επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων, όχι μόνο στο πεδίο της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, της λειτουργίας του κράτους. Η Αριστερά οφείλει μετά την Κυριακή της 25ης Ιανουαρίου να ξαναβάλει στο παιχνίδι της πολιτικής τους πολλούς, να τους κάνει ενεργούς και παρόντες πολίτες, να τους εξασφαλίσει τους βέλτιστους όρους μιας ενσυνείδητης συμμετοχής. Να μοιραστεί μαζί τους την ευθύνη της εξουσίας. Γιατί η αλλαγή που οραματίζεται δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε ανεμπόδιστη. Αλλά κυρίως γιατί η δημοκρατία των πολλών είναι η ουσία του οράματος και της ιστορίας της.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

το 1%




Του Κωστή Καρπόζηλου (από εδώ)


«Οικονομική κρίση είναι ένα μεγάλο παλούκι που έχουν οι καπνέμποροι στον κώλο τους, και θέλουν να το βγάλουν από τον δικό τους κώλο και να το βάλουν στον δικό σας. Θέλετε;» Σύμφωνα με τον Χρόνη Μίσσιο, το ερώτημα αυτό αρκούσε για να ξεκινήσει στη μεσοπολεμική Καβάλα μία απο τις μεγάλες εκείνες απεργίες που έμειναν στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η αμεσότητα του κομμουνιστή συνδικαλιστή φαντάζει αναντίστοιχη με την πολυπλοκότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης και υπογραμμίζει τις μεγάλες μεταβολές στη διάρθρωση και στην οργάνωση του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Παρ’ όλα αυτά ο πυρήνας της ερώτησης παραμένει ενοχλητικά δυσεπίλυτος: ποιος θα επωμιστεί τα βάρη της ύφεσης; 

Η απάντηση θα καθορίσει νομίζω την επιτυχία ή την αποτυχία του πειράματος της κυβέρνησης της Αριστεράς που εμπνέει ταυτόχρονα προσδοκίες, ενθουσιασμό και σκεπτικισμό. Η οικονομική κρίση δεν έθιξε όλους και όλες με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Αντίθετα, συνετέλεσε στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Φαινόμενα κοινωνικής περιθωριοποίησης που είχαν απωθηθεί απο τη συλλογική μνήμη επανήλθαν υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τα όρια της επίπλαστης ευημερίας της προ του 2008 εποχής. Η φτωχοποίηση τμημάτων της εργατικής τάξης –η οποία δεν ταυτίζεται με τους κλυδωνισμούς των πολύ πιο ορατών στη δημόσια συζήτηση μεσαίων στρωμάτων– συμπυκνώνει το αποτέλεσμα διαδοχικών παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, της σύγχρονης κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας και των ταξικών προτεραιοτήτων στις πολιτικές της λιτότητας. 

Για τη σύγχρονη Αριστερά, την Αριστερά του 21ου αιώνα, το κεντρικό στοίχημα είναι κατά πόσο μπορεί να αντιστρέψει το πρόσημο της ανισότητας που έχει σφραγίσει τον μετα-κεϋνσιανό κόσμο. Τη στιγμή που «το βάθεμα της εισοδηματικής ανισότητας» συνιστά τον πρώτο πυλώνα συζήτησης στο προσεχές Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός η Αριστερά καλείται να μετασχηματίσει τη διαπίστωση σε πολιτική πράξη. Και εδώ έχει να αναμετρηθεί με τρία προβλήματα: την ιστορική ήττα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος του 20ού αιώνα που καθηλώνει την πολιτική φαντασία στα όρια της διαχείρισης του καπιταλισμού· το αδύνατο της επιστροφής στο πρόσφατο παρελθόν εκεί που η φαινομενική καταναλωτική ισότητα είχε συγκαλύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις· την πρόσφατη αποτυχία των μεταρρυθμιστικών πολιτικών για τον μετριασμό της ανισότητας όπως εκφράστηκε στις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η καμπάνια της «Ελπίδας» και του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο έδαφος αυτών των δυσκολιών, η αποφασιστική αναμέτρηση με τις πολιτικές της λιτότητας και η απαίτηση να πληρώσουν πρώτα για την κρίση οι σύγχρονοι καπνέμποροι προϋποθέτει κοινωνικές συμμαχίες και δυναμικές. Φοβάμαι οτι αυτές δεν αφορούν καταρχήν τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς ή τα μεσαία στρώματα που αγκομαχούν μεν, αλλά έχουν ακόμα αρκετά να χάσουν και έτσι είναι επιφυλακτικά στις προοπτικές μιας γενικευμένης αναταραχής. Ο κρίσιμος κρίκος έγκειται στη συστράτευση, στην πρωτοβουλία και στην είσοδο στο πολιτικό προσκήνιο των σύγχρονων αόρατων πολιτών, είτε έχουν είτε δεν έχουν την ιδιότητα του πολίτη: της αντιπολιτικής νέας εργατικής βάρδιας που εναλλάσσει τη δουλειά στην αποθήκη των Jumbo με την κάρτα ανεργίας και των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς που έχουν βιώσει τις πολλαπλές διαστάσεις, πλανητικές και εθνικές, της κοινωνικής ανισότητας και παραμένουν αποκλεισμένοι απο την ελληνική πολιτική ζωή. Μια τέτοια προοπτική –που απαιτεί ταυτόχρονα θεσμικές παρεμβάσεις και κινηματικές πρωτοβουλίες– θα εξασφαλίσει στην Αριστερά του 21ου αιώνα την κοινωνική αναζωογόνηση για να μπορεί να είναι επικίνδυνη για το 1%, άρα και αποτελεσματική.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Ξυδάκης: "Το ακραίο κέντρο είναι η νέα δεξιά"




Συνέντευξη του Νίκου Ξυδάκη στην Κωνσταντίνα Βούλγαρη (από εδώ) 


Γιατι ενας σοβαρός και καταξιωμένος δημοσιογράφος σαν κι εσας, αποφασίζει να κατέβει υποψήφιος στις εκλογές;

Για πολλούς λόγους. Διότι η ιστορική περίοδος που ζούμε είναι εξαιρετικά κρίσιμη· οι πολίτες πρέπει να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, και η βουλευτική υποψηφιότητα είναι μέρος της δράσης του πολίτη. Διότι κάποια στιγμή ανοίγεται μια πρόκληση για αλλαγή πορείας. Διότι η αποκτημένη δημόσια εμπειρία πρέπει να μεταφέρεται και στον χώρο της εφαρμοσμένης πολιτικής.

Εαν εκλεγείτε, ποια είναι τα τρία πρώτα θέματα που θέλετε να ασχοληθείτε, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για σας;
 
Σε επίπεδο κοινοβουλευτικού έργου:
1. Δημιουργία προϋποθέσεων για καταπολέμηση ανεργίας. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για άνεργους ελευθεροεπαγγελματίες – μικροεπιχειρηματίες.
2. Διαφάνεια και ταχύτητα σε δημόσια έργα και δημόσιες προμήθειες.
3. Στρατηγική για ανάπτυξη πολιτιστικής δημιουργίας και πολιτιστικών προϊόντων με προστιθέμενη αξία.

Είστε ενας άνθρωπος που κινείται μέσα στην πόλη και συνομιλεί με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους… Ποιες ειναι οι προσδοκίες και οι φόβοι του κόσμου από μια κυβέρνηση της αριστεράς; Θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στις πρώτες δυσκολίες που τυχόν να αντιμετωπίσει;
 
Εκτιμώ ότι ο κόσμος διψά για δικαιοσύνη και για αξιοπρέπεια. Φοβάται τις  υποχωρήσεις ή την ολιγωρία απέναντι στα οργανωμένα συμφέροντα των ολιγαρχών.
Θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ αν τον δει σταθερό και θαρραλέο.

Ποια τα πρώτα εμπόδια που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια πιθανή αριστερή κυβέρνηση;
 
Πρώτα, η πίεση από τους δανειστές: θα τον πιέσουν να παραμείνει στο φονικό πρόγραμμα λιτότητας. Εκεί, πιστεύω ότι θα βρεθεί ένας συμβιβασμός, επ’ ωφελεία όλων.
Δεύτερον, η αντίδραση από τα οργανωμένα συμφέροντα της κλεπτοκρατίας, όταν θα δουν ότι απειλείται το ισχύον σύστημα αναπαραγωγής και νομής της εξουσίας.

Εν όψει της ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών, τι σκέψεις σας δημιουργεί ο αναστοχασμός της ιστορίας της αριστεράς στην Ελλάδα;
 
Νομίζω ότι φτιάχνουμε την Αριστερά του 21ου αιώνα. Με νέες προκλήσεις και προβλήματα, πολύ δυσκολότερα και πιο σύνθετα, από τα αντίστοιχα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά ζητήματα όπως το θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής, το συμφωνο συμβίωσης σε ομόφυλα ζευγάρια, και οι φυλάκες τύπου Γ' που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολυ συγκεκριμένες θέσεις. Ειναι όμως ζητήματα που τμήματα της κοινωνίας τα βλέπουν με επιφύλαξη ή άρνηση… Πώς θα το αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση;
 
Νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει την κοινωνία ότι η ανεκτικότητα είναι δημοκρατική αρετή εκ των ων ουκ άνευ, ότι δεν απειλεί τις πλειοψηφίες, αντιθέτως ενισχύει την κοινωνική συνοχή.
   
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ενα κόμμα που εκτος απο το κοινοβουλευτικο του εργο, είχε και μια δυνατή παρουσία μέσα στα κινήματα, τον Δεκέμβρη του 2008, στις πλατείες το 2011… Πολυς κόσμος από τον χώρο της Αριστερας νοιωθει ότι με το «μεγάλωμα» του ΣΥΡΙΖΑ και την θέση του σαν αξιωματικη αντιπολίτευση, η σχέση του με τα κινηματα εχει ατονήσει… Ποια μπορεί να ειναι η σχέση των κινημάτων με μια αριστερή κυβέρνηση;

Τα κινήματα πρέπει να ασκούν κριτική στην εξουσία. Μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνά “κινηματικά”, αλλά μπορεί να ακούει τα κινήματα και να μαθαίνει.

Πως θα χαρακτηρίζατε τον πολιτικό λόγο που απευθύνει η κυβέρνηση Σαμαρά αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ στους πολίτες;
 
Ο Σαμαράς κηρύττει τον διχασμό και το φόβο. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει, και το κάνει, να κηρύττει την ενότητα και το μεγάλο Ναι στη ζωή.

Ειναι νομιζω δεδομενο και αποδεκτό απο όλους, ότι αυτή η κρίση εκτός από οικονομική, πολιτική και κοινωνική, είναι και μια κρίση αξιών… Τι μπορούμε να προσδοκούμε σε αυτόν τον τομέα από την αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής στην Ελλάδα;
 
Από την εθνική κατάθλιψη κινδυνεύουμε να βρεθούμε στη μοιρολατρική αποδοχή μιας ζωής χωρίς μέλλον, χωρίς οράματα, σε μια κατάσταση παραίτησης και δουλείας.

Η αλλαγή σημαίνει όχι μόνο την αναζωπύρωση της ελπίδας, αλλά και την ανάληψη της ευθύνης για τη ζωή μας.

Έχουν γίνει πολλές τοποθετήσεις για τον ρόλο ή την απουσία λόγου των «διανοουμένων» σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Εσεις τι σκέφτεστε πάνω σε αυτό;

Τις περασμένες δύο δεκαετίες  στην Ελλάδα οι περισσότεροι διανοούμενοι, όχι όλοι, ήταν εξουδετερωμένοι και ακίνδυνοι, ουσιαστικά κανείς δεν τους ρωτούσε για τίποτε. Με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν πολλοί υπηρεσιακοί διανοούμενοι, συντεταγμένοι κάτω από τη σημαία του “αντιλαϊκισμού”, πρόθυμοι να υπερασπιστούν το σύστημα που κατέστρεφε τους ανθρώπους και τη δημοκρατία. 

Η κρίση πυροδότησε μεταλλάξεις και αποκαλύψεις: Πολλοί πρώην αριστεροί ή κεντρώοι έχουν μεταλλαγεί σε ακραίους, σε αντιδημοκράτες, σε ψευδοφιλελεύθερους ταλιμπάν, συμπορευόμενοι με παραδοσιακούς ακροδεξιούς και ανεχόμενοι φασίστες. Νέο χαρακτηριστικό είναι η δηλωμένη απέχθεια των ακραίων κεντρώων για τον λαό και η εμμονική υποστήριξη μιας πολιτικής των τεχνοκρατών και των “αρίστων”.  Το ακραίο κέντρο είναι η νέα δεξιά.


* Ο Νίκος Ξυδάκης θα είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στη Β' Αθήνας



Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Συνομιλώντας με τον ΣΥΡΙΖΑ





Του Κώστα Λαπαβίτσα (από εδώ)


Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πια κοντά στην εξουσία και η ιστορική αυτή εξέλιξη απαιτεί ψυχραιμία και καθαρότητα σκέψης. Είναι άχαρο να πρέπει να γράψει κανείς για τα θέματα αυτά βάζοντας και τον εαυτό του μέσα. Αλλά ο θόρυβος των τελευταίων ημερών για τη σχέση μου με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν τόσο έντονος και η εκστρατεία κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού είναι τόσο μεγάλη που πρέπει να ειπωθούν ορισμένα πράγματα.


Μερικά προσωπικά δεδομένα 

Πρώτον, δεν είμαι, ούτε ποτέ υπήρξα, μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, πόσο μάλλον στέλεχός του.

 
Δεύτερον, δεν συμμετέχω στην Οικονομική Επιτροπή του, ούτε είχα την παραμικρή ανάμειξη στη διαμόρφωση του προγράμματός του, είτε αυτού ‘της Θεσσαλονίκης’, είτε οποιουδήποτε άλλου.


Τρίτον, δεν υπήρξα ποτέ σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα, ή τα άλλα ευφάνταστα που έχουν συχνά αναφερθεί στα ΜΜΕ.


Τέταρτον, ακόμη και στο περίφημο ταξίδι του ΣΥΡΙΖΑ στην Αργεντινή το Δεκέμβρη του 2012, δεν ήμουν μέλος της αντιπροσωπείας του. Βρέθηκα στο Μπουένος Άιρες μετά από προσωπική πρόσκληση των διοργανωτών της επίσκεψης, δηλαδή ουσιαστικά της κυβέρνησης της Αργεντινής.


Είναι όμως αλήθεια ότι έχω πυκνές επαφές με τα μέλη και τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που αγωνιούν για τις προοπτικές του. Υπάρχει αναμφίβολα μια θερμή σχέση συμπαράταξης, αμοιβαίας στήριξης και κοινού στόχου. Όπως είναι αλήθεια ότι συνομιλώ συστηματικά με ηγετικά στελέχη του κόμματος για θέματα οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής. Είναι, τέλος, αλήθεια ότι έχω επανειλημμένως συνομιλήσει και με τον Αλέξη Τσίπρα για τα ίδια θέματα. Για τους λόγους αυτούς υποθέτω ότι μου ζητήθηκε να είμαι υποψήφιος στις ευρωεκλογές του 2014, αν και τελικά δεν έγινε αποδεκτή η υποψηφιότητά μου από αυτούς που κατάρτισαν τα ψηφοδέλτια.


Η σχέση αυτή φαντάζει – και είναι – αντιφατική. Οι αντιφάσεις της όμως έχουν να κάνουν με τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι με εμένα, όπως αμέσως θα δείξω.


Τρεις πιθανές λύσεις για την κρίση της Ευρωζώνης

Όταν ξέσπασε η κρίση της Ευρωζώνης το 2010 έγινε φανερό ότι υπήρχαν τρεις πιθανές λύσεις.


Η πρώτη – και πιθανότερη – ήταν η επιβολή άγριας λιτότητας, με παράλληλη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα των επαγγελμάτων και τα παρόμοια. Τα κυρίαρχα στρώματα εξουσίας στην Ευρώπη την επέλεξαν χωρίς δισταγμό και η τρόικα την επέβαλε στις χώρες της περιφέρειας προκαλώντας κοινωνική καταστροφή, αλλά ταυτόχρονα σταθεροποιώντας τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σήμερα διαγράφεται ο κίνδυνος να επιβληθεί και σε χώρες του κέντρου.


Η δεύτερη – και πολύ λιγότερο πιθανή – ήταν η έξοδος από την ΟΝΕ με στάση πληρωμών στο χρέος και παράλληλη ολική αναδιάρθρωση της οικονομίας. Η λύση αυτή θα μπορούσε να γίνει με σκληρό και αυταρχικό τρόπο υπέρ των μεγάλων συμφερόντων. Θα μπορούσε όμως να γίνει και με βαθιά ανατρεπτικό τρόπο βάζοντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε πορεία κοινωνικής ανάπτυξης υπέρ του κόσμου της εργασίας. Αυτήν ακριβώς την πρόταση διατύπωσα με τους συνεργάτες μου του RMF στο Λονδίνο ήδη από τον Μάρτιο του 2010, και δεν ήμουν βέβαια ο μόνος.


Για όσους έχουν ψύχραιμη αντίληψη των μηχανισμών της ΕΕ και των χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά και γνώση της νομισματικής θεωρίας, ήταν  φανερό ότι μόνο αυτές οι δύο λύσεις ήταν εφικτές. Υπήρχε όμως και μια τρίτη λύση, αγαπημένη των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων και άλλων που σχετίζονται με τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Ήταν το ‘καλό ευρώ’, δηλαδή η ιδέα ότι η κρίση θα μπορούσε να λυθεί με φιλολαϊκά μέτρα διατηρώντας όμως το κοινό νόμισμα και παράλληλα αλλάζοντας τη λειτουργία της ΟΝΕ προς όφελος των εργαζομένων. Βασικά της στοιχεία ήταν η ανάληψη μέρους του χρέους της περιφέρειας από το κέντρο, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από τις πλεονασματικές στις ελλειμματικές χώρες, η εγκατάλειψη της λιτότητας, η φορολογία του πλούτου κι ένα κύμα επενδύσεων για την άνοδο της παραγωγικότητας.


Η πρόταση αυτή κατακυρίευσε την ευρωπαϊκή Αριστερά γιατί της επέτρεψε να κάνει αντιπολίτευση στη λιτότητα χωρίς να χρειάζεται να πάρει ριψοκίνδυνες θέσεις που θα απειλούσαν τον πυρήνα της ταξικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Το ‘καλό ευρώ’, εξάλλου, επιδιώκει να μετατρέψει ακόμη και την ΕΚΤ σε μηχανισμό κοινωνικής αλλαγής υπέρ των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων …


Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχήθηκε από τη θεωρία του ‘καλού ευρώ’ ήδη από το τέλος του 2010. Συνεπώς η καμπάνια κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού στην οποία τώρα επιδίδεται η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι παντελώς αβάσιμη. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει την παραμικρή επιθυμία, πόσο μάλλον το σχέδιο, να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως επιδιώκει να επιλύσει την ελληνική κρίση χωρίς ρήξη με την ΟΝΕ, ενώ θα αλλάξει την Ευρώπη υπέρ των εργατικών συμφερόντων.


Υπάρχει βέβαια το σχετικό πρόβλημα ότι η Γερμανία που πλέον κυριαρχεί στην ΟΝΕ αντιτίθεται τελείως στην προοπτική αυτή διότι ο εξαγωγικός της τομέας και οι τράπεζές της είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της ΟΝΕ με τη σημερινή της μορφή. Φυσικά δεν χρειάζεται να αναφέρουμε καν την απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία της λιτότητας στη γερμανική πολιτική ζωή. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ότι οι μηχανισμοί της ΕΕ απορρίπτουν ολοκληρωτικά το ‘καλό ευρώ’, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές, που είναι αναφανδόν υπέρ της λιτότητας, το πολεμούν με λύσσα. Υπάρχει ακόμη η λεπτομέρεια ότι τα στρώματα εξουσίας στην Ελλάδα, που έχουν γνώση της κατάστασης, το αντιμετωπίζουν περίπου ως ανέκδοτο.


Αλλά για τους ζηλωτές του ‘καλού ευρώ’, το σημαντικότερο είναι να υπάρξει η αλλαγή των πολιτικών ‘συσχετισμών’. Όλα είναι πολιτική, όπως συχνά λέει και η ελληνική Αριστερά, που μονίμως μπερδεύει την πολιτική με την πολιτικολογία.


Το εντυπωσιακό είναι ότι ο ευρύτερος ΣΥΡΙΖΑ – στελέχη, μέλη και ψηφοφόροι – έχει δείξει πολύ μεγαλύτερη ωριμότητα και επιφυλακτικότητα. Η ανησυχία του είναι βαθιά και τα ερωτήματα δεκάδες. Γιατί να δεχτούν οι χώρες του κέντρου την απαλλαγή της Ελλάδας από το άχθος του χρέους; Γιατί να συναινέσει η ΕΕ σε χαλάρωση της λιτότητας; Πως θα συνεχιστεί η παροχή χρηματοδότησης, αλλά και ρευστότητας; Ποια διαπραγματευτικά χαρτιά έχει η πλευρά μας; Τι θα γίνει αν οι μηχανισμοί της ΕΕ και οι αγορές μας κηρύξουν πόλεμο;


Οι απαντήσεις που συνεχίζουν να δίνονται δεν είναι πειστικές και πολλοί σταδιακά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί τελικά να επιλέξει ανάμεσα στις δύο πρώτες λύσεις. Μια επιλογή που αν γίνει υπό το βάρος των καταστάσεων, χωρίς προετοιμασία και χωρίς οργάνωση και ψυχολογική ετοιμότητα των λαϊκών στρωμάτων, θα είναι άκρως επικίνδυνη.


Και τώρα τι;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θριαμβεύσει εκλογικά στη βάση της πολιτικής του ‘καλού ευρώ’ και πλέον ετοιμάζεται για την κυβέρνηση. Ακόμη και τώρα βέβαια θα μπορούσε να ακούσει η ηγεσία του τη φωνή της κριτικής και να κάνει αντίστοιχα βήματα. Πόσο δύσκολη είναι όμως μια τέτοια απόφαση, όταν τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν καλά και ορθώνεται η προοπτική της εξουσίας ...


Είναι γεγονός ότι τα εξουθενωμένα εργατικά στρώματα, οι καταληστευμένοι μικρομεσαίοι και οι ταλαιπωρημένοι αγρότες προσβλέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως εξίσου γεγονός ότι έχουν βαθιές αμφιβολίες και για τη διακηρυγμένη πολιτική του και για τη στιβαρότητά του. Ακόμη βαθύτερες αμφιβολίες έχουν οι εκατοντάδες χιλιάδων αριστεροί ψηφοφόροι, καθώς μάλιστα βλέπουν να ξεδιπλώνεται η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’. Πώς να ερμηνεύσουν τη συνεχή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο, τις επαφές του με τους πολιτικούς χαμαιλέοντες του μνημονιακού στρατοπέδου και τους χαριεντισμούς του με ανθρώπους που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε πια στην ελληνική κοινωνία; Τι συμπέρασμα να βγάλουν από την απόλυτη αδιαφορία του για το συμβαίνει στα αριστερά του;


Το 2014 δεν είναι 2012, ούτε φυσικά 2010. Η επιλογή της λιτότητας έχει σταθεροποιήσει την οικονομία μέσα στα ερείπια, αλλά η κοινωνία έχει ρημαχτεί. Οι προοπτικές ανάπτυξης είναι κακές και οι ταξικές διαφορές εντονότερες από ποτέ. Τα λαϊκά στρώματα είναι καταδικασμένα στους χαμηλούς μισθούς και την υψηλή ανεργία, ενώ ο κύριος όγκος των μικρομεσαίων αργοσβήνει. Υπάρχουν όμως μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα που έχουν επιβιώσει με σχετικά περιορισμένες απώλειες και βλέπουν τώρα την ύφεση να τελειώνει. Υπάρχει η άρχουσα τάξη που δεν έχει μετακινηθεί ούτε ρούπι από την επιλογή της πρώτης λύσης, δηλαδή του ‘πραγματικού ευρώ’. Υπάρχουν οι μηχανισμοί της ΕΕ που έχουν γίνει σκληρότεροι, κυνικότεροι και απολύτως εχθρικοί προς οποιαδήποτε άλλη λύση. Υπάρχουν, τέλος, οι χρηματοπιστωτικές αγορές που απειλούν με αντιστροφή των ροών κεφαλαίου και άνοδο των επιτοκίων. Τα θηρία αυτά δεν εξημερώνονται.


Το μείγμα είναι εκρηκτικό και η θεωρία του ‘καλού ευρώ’ σύντομα θα δοκιμαστεί στην πράξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ιστορική ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι να εφαρμόσει τις μετριοπαθέστατες διακηρύξεις της Θεσσαλονίκης, χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, στους οποίους φυσικά ανήκω κι εγώ, θα τον στηρίξουν παρά τις μεγάλες επιφυλάξεις τους, αν μη τι άλλο γιατί τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς έχουν διαλέξει το δρόμο της ανυπαρξίας, διευκολύνοντας έτσι τη στροφή του προς το κέντρο.


Αλλά η ανοχή θα είναι μηδαμινή. Τα εργατικά και λαϊκά στρώματα θέλουν μια καθαρή λύση που θα την επιβάλλουν καθαροί άνθρωποι. Αν υπάρξει έστω και η παραμικρή υπόνοια βρώμικου συμβιβασμού, ή αν απλώς καταρρεύσει η στρατηγική του ‘καλού ευρώ’ μέσα σε συνθήκες χάους, η μεταστροφή θα είναι γρήγορη και βίαιη.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

"Εμείς, οι Ευρωπαίοι"




Του Κώστα Δουζίνα (από εδώ)
 

Η Ελλάδα και η Ευρώπη βρίσκονται σε ιστορικό σταυροδρόμι. Εκατό χρόνια από την αρχή του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου και σαράντα μετά το τέλος του Δεύτερου, αιωρείται ο κίνδυνος καταστροφής εάν δεν ανατραπούν η λιτότητα και ο αυταρχισμός. Αλλά το διακύβευμα δεν είναι μόνο, ή κύρια, οικονομικό. Το "Μεσοπρόθεσμο" μπορεί να καταργηθεί από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Αλλά, αν δεν προστατεύσουμε το ήθος, αν δεν υπερασπιστούμε την ηθική και δεν ξανακτίσουμε τον πολιτισμό, η ζημιά θα είναι μακροπρόθεσμη και αμετάκλητη.

Ο λόγος της Αριστεράς πρέπει να εγκαταλείψει τον στείρο οικονομισμό και να αναλάβει την ευθύνη μιας νέας πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής αναγέννησης, όπως έκανε και τη δεκαετία του '60 σε συνθήκες βαριάς ήττας. Η πολιτική με την οικονομία θα καθορίσουν την έκβαση του αγώνα μπροστά μας, η πολιτική με τον πολιτισμό θα οριοδοτήσουν το μέλλον μας. Αλλά τι είναι «πολιτισμός»;

H γνωστή διάκριση μεταξύ «υψηλού» και «χαμηλού» πολιτισμού, που τόσο ταλάνισε την κριτική θεωρία, ευτυχώς μας εγκατέλειψε. Ο Σαίξπηρ και τα κόμικς, το ραπ και ο Μπετόβεν, ο Σεζάν και το γκράφιτι, το βίντεο-αρτ και ο Μπέργκμαν συνωστίζονται και αλληλοαντιγράφονται σε παλαιοπωλεία και πινακοθήκες, σε σινεμά και κρεβατοκάμαρες, σε μέγαρα και MP3. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε πια έναν "καθαρό" πολιτισμό από την ιδεολογία και την επικοινωνία, τις δικτυώσεις και τα κοινωνικά μέσα.

Χρησιμοποιούμε ακόμη το σημαίνον "πολιτισμός", αλλά το σημαινόμενο έχει αλλάξει. "Πολιτισμός" είναι το mise-en-scène μιας κοινωνίας, ο τρόπος που αναπαριστά συμβολικά και νοηματοδοτεί τον εαυτό της. Δίνει μορφή ο πολιτισμός σε ιδέες και αρχές, νομοθετεί και σκηνοθετεί, συγκεντρώνει και φανερώνει τη σχέση εαυτού και άλλου. Όπως λέει ο Λεφόρ, η ανθρωπότητα ανοίγεται σ' ένα ξέφωτο που δεν δημιούργησε η ίδια. Είμαστε ριγμένοι στη συμβολική τάξη τόπου και χρόνου σαν σ' έναν αρχαίο ποταμό. Ο πολιτισμός ανοίγει έναν κόσμο, μας εισάγει σ' αυτόν; Εμείς, με τη σειρά μας, τον ξαναφτιάχνουμε με τη δύναμη του φαντασιακού.

Όπως μας λένε δικαστές και πολιτικοί, δεν υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός "δήμος". Εξίσου δεν έχουμε έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό, ένα κοινό σύνολο νοημάτων, αξιών, αισθητικών. Υπάρχουν πολλοί δήμοι και πολιτισμοί, ελληνικός και γαλλικός, λαϊκός και κατεστημένος, ορατός και ασυνείδητος. Αλλά και κάθε πολιτισμός είναι εσωτερικά διασπασμένος. Μια μεγάλη γραμμή διαχωρίζει παραδοσιακά το αίτημα πολιτισμικής ταυτότητας από τον αγώνα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αλλά γιατί πρέπει να διαλέξουμε μεταξύ αυτών; Όπως θα λέγαμε με τον Ντεριντά, είναι και οι δύο απαντήσεις στο αίτημα δικαιοσύνης. Σκοπός της Αριστεράς και των μαχόμενων διανοούμενων είναι να γεφυρώσουν τις διαφορετικές παραδόσεις, να αλλάξουν τις κοινοτοπίες, να απορρίψουν την επιλογή μεταξύ ταυτοτικού και κοινωνικο-πολιτικού. Αποστολή μας να φτιάξουμε έναν νέο νόμο, μια νέα ταυτότητα, που θα παραμένουν αναγκαστικά αναντίστοιχοι μ' αυτό που ονομάζουμε «δικαιοσύνη».

Η ένταση μεταξύ δικαιοσύνης και ταυτότητας αποτελεί σύγχρονη έκφραση μιας αντίθεσης που επανειλημμένα αναδύεται στην Ιστορία της Ευρώπης. Από τη μια μεριά η "ιδέα της Ευρώπης", ο Διαφωτισμός και οι επαναστάσεις. Από την άλλη η σκοτεινή πίσω πλευρά, η σκιά που ακολουθεί την Ευρώπη και τον πολιτισμό της.

Όπως λένε ο Χούσερλ, ο Βαλερί και ο Ντεριντά, η ιδέα της Ευρώπης αντιπροσωπεύει την αλήθεια και το καθολικό, αυτό που υπερβαίνει τις τοπικές και μερικές εξαρτήσεις. Η ελληνική φιλοσοφία εξερεύνησε πρώτη την καθολική ενότητα των όντων και την αλήθεια, πέρα από εθνοτικές ή θρησκευτικές εντάξεις. Όταν η αλήθεια έγινε πρακτικό καθήκον, οδήγησε στη Δημοκρατία, στη λογοδοσία και τη δημόσια ευθύνη για πεποιθήσεις και πράξεις. Ευρώπη σημαίνει το αέναο καθήκον της αυτο-δημιουργίας λαών και εαυτών. Η «Ευρώπη» είναι συνεπώς κύριο όνομα και ιδέα, τόπος και πνεύμα, βαρβαρότητα και πολιτισμός, μια «πνευματική γεωγραφία».

Η Ευρώπη θεμελιώθηκε όταν η ελληνική καθολικότητα και λογοδοσία βρέθηκε σε διάλογο με την εβραϊκή, τη χριστιανική, τη μουσουλμανική μοναδικότητα. JewGreek is greekJew extremes meet, λέει ο Τζέιμς Τζόις. Όταν το ελληνικό «λόγον διδόναι» ανοίχτηκε στον ξένο και η "επιμέλεια εαυτού" ενώθηκε με την επιμέλεια του άλλου, γεννήθηκε η Ευρώπη. Είμαι Ευρωπαίος σημαίνει εκτίθεμαι στο βλέμμα του άλλου, του απόλυτα άλλου και του διπλανού. Η ιδέα της Ευρώπης συνδυάζει το πιο καθολικό με το πιο μοναδικό.

Εμείς οι Ευρωπαίοι χρεωθήκαμε το καθήκον της φαντασιακής ανασύστασης της ανθρωπότητας. Αλλά ταυτόχρονα είμαστε ένοχοι για τις φρικαλεότητες, τις κατακτήσεις, τις γενοκτονίες, τα ολοκαυτώματα, την εκτόπιση των Ρομά. Θρηνούμε την αρπαγή και τον βιασμό της μυθολογικής Ευρώπης, της αρχέγονης μητέρας μας. Έχουμε εσωτερικεύσει το πρωταρχικό έγκλημα, όπως η φροϋδική πατροκτόνα συμμορία των αδελφών. Αυτοί δολοφόνησαν τον πατέρα και δημιούργησαν την ηθική, εμείς παίρνουμε εκδίκηση για τη παραβίαση της μητέρας επιβάλλοντας τη φρικαλέα μοίρα της σε άλλους. Η κοινότητα και ταυτότητα της Ευρώπης που γεννήθηκε απαντώντας στο βλέμμα του άλλου, γιγαντώθηκε με τον αποκλεισμό και την καταδίωξη των άλλων.

Εμείς οι Ευρωπαίοι γεράσαμε, κουραστήκαμε. Μας τέλειωσαν οι ιδέες και τα σχέδια, «το ευρώ είναι τα ιερά και όσια», όπως είπε πρόσφατα ο Γ. Στουρνάρας. Οι ουτοπίες μας γίνανε δυστοπίες, η νοσταλγία για επιστροφή ξεχάστηκε, μας γήτεψε ο δρόμος περισσότερο από την Ιθάκη. Τα όνειρα, οι προσδοκίες αντικαταστάθηκαν από μελαγχολία, μια αίσθηση αποτυχίας και εγκατάλειψη που χτύπησε τους αριστερούς περισσότερο.

Και όμως, όταν εμείς οι Ευρωπαίοι λέμε «εμείς», χωρίς να το καταλαβαίνουμε, και ακόμη περισσότερο χωρίς να το θέλουμε, γινόμαστε κληρονόμοι μιας ιστορίας και μιας μνήμης. Λέγοντας «εμείς», πριν καλά - καλά αποδεχτούμε τη διαθήκη, κληρονομούμε το βάρος, την τιμή ενός ονόματος και μιας ευθύνης για τα υψηλά και αποτρόπαια που κουβαλάει η «Ευρώπη», όπως τα καράβια της που κουβαλούσαν εμπορεύματα και ιδέες, αγαθά και επιστήμες, εμπόριο, πολιτισμό και δούλους. Στον ύστερο ευρωπαϊσμό δεν ξέρουμε τι σημαίνει ακριβώς «Ευρώπη». Ξέρουμε μόνο πως ο πολιτισμός της δεν είναι και δεν ήταν ποτέ ένας. Δεν υπάρχει υποκείμενο ή πολιτισμός που να μη διαπερνάται από μια θεμελιακή αναντιστοιχία στην καρδιά του εαυτού.

Χρειαζόμαστε μια μεγάλη δημόσια συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό που να εγκαταλείπει τα παλιά διλήμματα «Δύση ή Ανατολή» και τη μονότονη απάντηση «εσπερία ή θάνατος», πρόσφατα «εσπερία και θάνατος». Το δίλημμα επιβιώνει στα αναχρονιστικά όνειρα των ανατολικών εραστών της Δύσης και όχι στις υβριδικές ταυτότητες των δυτικών. Και η «Ευρώπη» και η «Ανατολή» αποτελούν «φαντασιακές κοινότητες», δημιουργήματα της αποικιοκρατικής περιόδου και της «εκπολιτιστικής της αποστολής». Σήμερα η «Ανατολή» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της «Δύσης» και βρίσκεται στην καρδιά κάθε ευρωπαϊκής μητρόπολης, όπως και στην Αθήνα. Οι εθνικές ταυτότητες έχουν γίνει ευκίνητες, εύπλαστες, οι πολιτισμικές και πολιτικές προτεραιότητες προσαρμόσθηκαν στις συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Μια τέτοια συζήτηση δεν θα οργανωθεί βέβαια από τους «πνευματικούς ταγούς» που επιτήδεια σιωπούν μέχρι να φανούν τα γυρίσματα του καιρού. Πέφτει λοιπόν η ευθύνη και πάλι στην Αριστερά να βάλει την ηθική και πολιτισμική αναγέννηση στο κέντρο της πολιτικής της αντίστασης. Χρειάζεται η Ευρώπη την ελληνική Αριστερά με τη φαντασία και το ελαφρό θράσος που της δίνει η θεσμική της νεότητα. Για να μείνουμε στην Ευρώπη, πρέπει να αλλάξουμε την Ευρώπη, εμείς οι «παραβατικοί και αμαρτωλοί» Έλληνες, ως αντιπρόσωποι της καθολικότητας και της υποδοχής και φιλοξενίας του μοναδικού άλλου.


* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου, αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Κολεγίου Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Εικόνα: Night and Fog (1955) του Αλέν Ρενέ 

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ο άγγελος της Ιστορίας πετάει πάνω από την Ελλάδα





Του Νίκου Γ. Ξυδάκη (από εδώ


Η Ελλάδα ζει ιστορικές στιγμές. Ο άγγελος της Ιστορίας πρωτοπέταξε το καλοκαίρι του 2012 πάνω από την Ελλάδα και από τότε έμεινε εδώ γύρω, όχι πάντα ορατός και πάντως όχι ορατός από όλους. Δεν γνωρίζουμε την κατάληξη αυτής της πτήσης, αισθανόμαστε, όμως, ήδη τον άνεμο της Ιστορίας που του φούσκωσε τα φτερά, δονούμαστε από τις ριπές αυτού του ανέμου· προ πάντων, αντιλαμβανόμαστε ότι από τη βούλησή μας εξαρτάται αν θα χρησιμοποιήσουμε τον άνεμο για να διαπλεύσουμε τον καιρό, ή θα μας βρει άβουλους και άπραγους και θα μας τσακίσει στις ξέρες της δυστοπίας.

Το ρεύμα πολιτικής αλλαγής που διογκώνεται από το καλοκαίρι του 2012 ξεκίνησε γιατί η κοινωνία μετασχηματίζεται βαθιά και βίαια, με κάθετες και εγκάρσιες τομές στο σώμα της, με αναταράξεις και συγκλονισμούς. Η εσωτερική υποτίμηση, η τρομακτική ανεργία, η υπερφορολόγηση, η απορρύθμιση της εργασίας, είναι μερικά μόνο από τα εργαλεία που μόχλευσαν με σφοδρότητα την κοινωνία, ανοίγοντας ταξικές χαράδρες και πετώντας μέσα τους μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Αυτοί ήταν οι αδύναμοι, τα πρώτα θύματα της κρίσης· αυτοί που καλούμαστε τώρα να ξεχάσουμε, σαν τα «αναπόφευκτα θύματα» μιας φυσικοποιημένης «αναπόφευκτης» κρίσης.

Στα χείλη της χαράδρας όμως συνωθούνται κι άλλοι πολλοί. Πάρα πολλοί. Ουσιαστικά, η συντριπτική πλειονότης του ελληνικού λαού· η απέραντη μεσαία τάξη, στις ποικίλες της εκδηλώσεις και διαστρωματώσεις. Πρόκειται για τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα, εργαζόμενους στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στην παροχή υπηρεσιών, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σε ελεύθερα επαγγέλματα, στο εμπόριο. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είδε σ’ αυτούς το ελληνικό «πολυσθενές υποκείμενο». Ο Ανδρέας Παπανδρέου τούς αναγνώρισε ως το προνομιακό του κοινωνικό πεδίο για να ηγεμονεύσει πολιτικά, από τη δεκαετία του 1960· μετά το 1974 τους ονόμασε «μη προνομιούχους», «μικρομεσαίους», τους εξέφρασε και ηγεμόνευσε πολιτικά.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας και αυτή τσακίζεται σήμερα, μαζικά και σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο. Εκτελεστές της μεσαίας τάξης είναι οι πολιτικοί σχηματισμοί που ετράφησαν από αυτήν: η δεξιά και η κεντροαριστερά. Από τη μεσαία τάξη δεν αφαιρούνται μόνο οι υλικές προϋποθέσεις της αναπαραγωγής της, αλλά επιπλέον και οι όροι με τους οποίους αναγνωρίζει τον εαυτό της, της αφαιρούνται βιαίως η ταυτότητα και οι σταθερές βίου, της αφαιρούνται οι προσδοκίες και το μέλλον. Πρόκειται για ανθρωπολογικό μετασχηματισμό.

Ο μικρομεσαίος φυσικά αντιδρά. Το ένστικτο επιβίωσης εκδηλώνεται με σπασμούς αλλά και με οικονόμηση μιας νέας πολιτικής στάσης. Ο μικρομεσαίος άνθρωπος δραπετεύει επειγόντως από το Αncien Regime που τον πρόδωσε και τον καταστρέφει και αναζητεί άλλη πολιτική έκφραση. Ενα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το πιο εύπλαστο και ευήκοο, επελέγη ως το προσφορότερο καταφύγιο, η τελευταία έλλογη επιλογή.

Η κρίση γεννά τη νέα Αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ απεδέχθη την πρόκληση της Ιστορίας το καλοκαίρι του 2012 και έκτοτε ωθείται διαρκώς να αναλάβει την πολιτική έκφραση του πιο δυναμικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Η εκλογική του νίκη την 25η Μαΐου μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για ιστορικές εξελίξεις: όχι μόνο διότι πρωτιά της Αριστεράς δεν έχει συμβεί σε όλη την ελληνική Ιστορία, αλλά και διότι η τέτοια πολιτική μετατόπιση συμβαίνει ως απότοκη μιας μείζονος κοινωνικής ρηγμάτωσης. Μια κοινωνία εν τω γεννάσθαι αναζητεί τα σύστοιχα πολιτικά της υποκείμενα.

Το ελπιδοφόρο είναι δε ότι αυτή η πολιτική έκφραση αναζητείται πλειοψηφικά προς μια δημοκρατική κατεύθυνση, προς τα αριστερά, παρ’ όλες τις επιφυλάξεις και τους δισταγμούς, και όχι προς την ακροδεξιά και τον μεταπολιτικό λαϊκισμό· επιπλέον στην κίνηση αυτή επιδίδονται και κεντρώοι και συντηρητικοί, απειλούμενοι και ταπεινωμένοι, ζητώντας όχι μόνο ψωμί αλλά και αξιοπρέπεια.

Η κάλπη καταγράφει ένα μέρος μόνον από πλήθος ιστορικών διεργασιών στο κοινωνικό σώμα. Σίγουρα όμως ο άγγελος της Ιστορίας πετάει πάνω από την Ελλάδα.

                                                                                               
Εικόνα: Paul Klee, Angelus Novus