Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Χωρίς μία νέα ελληνική ιδέα δεν μπορεί να ορθοποδήσει τίποτε




Συνέντευξη του Αντώνη Ζέρβα στον Σταμάτη Μαυροειδή (από εδώ)



Οι πρώτες κινήσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης εντός και εκτός συνόρων υπήρξαν και παραμένουν ενδιαφέρουσες σε επίπεδο πολιτικών συμβολισμών. Μέλλει να απαντηθεί από την εξέλιξη των πραγμάτων αν αυτές θα «εξαερωθούν» ή θα αποδειχθούν χειρονομίες με διάρκεια και στρατηγικό βάθος. Αν συμβεί το δεύτερο, η τραγωδία που έζησε ο ελληνικός λαός στα πέντε τελευταία χρόνια θα κλείσει με κάθαρση. Στην αντίθετη περίπτωση, θα προστεθεί ένα ακόμη αδικαίωτο τραύμα στο σώμα της Δημοκρατίας και του τόπου. Δεν θα είναι πρωτόγνωρο βέβαια, αφού κάθε φορά που πάει να γίνει κάτι καλό, ξένοι και εγχώριοι δεσμοφύλακες με όπλο τον εκβιασμό και τις απειλές επιβάλλονται, δυστυχώς, στη βούληση του λαού μας. Παρότι η σύγκρουση που εξελίσσεται είναι εκ προοιμίου άνιση, δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω. Και αυτό, γιατί «είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα εισέρχεται στην Ευρώπη ως πραγματικός εταίρος, η πρώτη φορά που εμφανίζεται ενώπιον των εταίρων με έγκυρο κριτικό και θαρραλέο λόγο», όπως με έμφαση σημειώνει ο Αντώνης Ζέρβας. Η φωνή του συνομιλητή μας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για έναν επιπρόσθετο λόγο. Ο Α. Ζέρβας θήτευσε επί 30 και πλέον χρόνια στην Κομισιόν, στην καρδιά και «φωλιά της Ευρώπης», εκεί όπου επωάζεται και αποθεώνεται η γλώσσα των λογιστών και των αριθμών τους. Ας τον ακούσουμε…


Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποιο νέο ποιοτικό στοιχείο (στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή σκηνή) ή μήπως εξελίσσεται ένα παραλλαγμένο σχέδιο προσαρμογής, οι προεκτάσεις του οποίου δεν είναι ακόμη ορατές στην κοινή γνώμη;

Είναι απίστευτο κι όμως αληθινό! Για πρώτη φορά από την ένταξή της στην ΕΟΚ, η Ελλάδα κατορθώνει να εκφέρει δικό της λόγο. Για πρώτη φορά λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν τα ερωτήματα και οι προτάσεις της, παρά τις ανελέητες προσπάθειες που καταβάλλονται για την απαξίωσή τους εντός και εκτός της εθνικής επικράτειας. Τα ερωτήματα δεν είναι εύπεπτα, διότι θέτουν σε αμφισβήτηση όχι μόνο την τρέχουσα ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία έτσι κι αλλιώς, έχει αποτύχει και στην πράξη και στη θεωρία. Θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια την πορεία της Ε.Ε. Είναι όντως εξοργιστική η στάση της, τη στιγμή που όλα τα κράτη- μέλη συναντούν δυσχέρειες και γνωρίζουν κοινωνικές αναταραχές. Και πιο εξοργιστική ακόμη, τη στιγμή που έχει επίγνωση πλέον του χάσματος που την χωρίζει από τους ίδιους τους λαούς της.

Ανεξαρτήτως απαντήσεως όμως, για πρώτη φορά στην «ενωσιακή» της Ιστορία, η Ελλάδα εμφανίζεται ενώπιον των εταίρων της με έγκυρο κριτικό λόγο, επειδή ακριβώς έπαθε. Οπωσδήποτε φέρει ευθύνη για την κατάσταση στην οποία περιήλθε, πλην όχι όλη την ευθύνη. Το γεγονός είναι ότι παρά τις αιματηρές θυσίες που επιβλήθηκαν στον τόπο, η οικονομική πολιτική της λιτότητας απέτυχε παταγωδώς. Δεν υπάρχει διέξοδος, πρόκειται για την επιβίωση της χώρας. Άρα, επιβάλλεται αναθεώρηση.

Κανείς άλλος πολιτικός ηγέτης δεν είχε το σθένος αλλά και την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία για να βγει θαρραλέα στη μέση και να εκθέσει το πρόβλημα.

Απ’ τις πρώτες κιόλας πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης η ταπεινωμένη υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια των Ελλήνων φαίνεται ότι επανέκαμψαν. Είναι το φρόνημα του λαού ουσιαστικός όρος ώστε να ελπίζουμε σε κάποια πολιτική μετατόπιση των πραγμάτων;

Σε αντίθεση με τους μνημονιακούς, οι οποίοι εκόντες-άκοντες μετέτρεψαν την εθνική κρίση σε λογιστικό πρόβλημα, η νέα ελληνική κυβέρνηση έθεσε τον δάκτυλον επί των ήλων: Τι είναι επιτέλους η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένας οικονομικός συνασπισμός που θυσιάζει τα πάντα στον βωμό της αποδόσεως ή ένα δημοκρατικό σχέδιο ειρήνης, συνεργασίας και ευημερίας των ευρωπαϊκών λαών; Πώς είναι δυνατόν να επιδεικνύεται τέτοια πεισματική προσήλωση σε ένα οικονομικό πρόγραμμα που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού, προξενώντας τόση δυστυχία και ερημωτική υποτέλεια; Πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται τα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα των λαών και να παραγνωρίζονται οι συνταγματικές ελευθερίες τους από την ίδια την Ε.Ε. Είναι τάχα η δημοκρατία μύθευμα;

Η λογιστική, όπως και κάθε γλώσσα των αριθμών, μπορεί να οδηγήσει σε τερατουργίες. Το σχεδιαζόμενο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας εξέπληξε και αυτούς ακόμη τους εταίρους μας. Και ακριβώς. Από τη ρεάλ πολιτίκ των αριθμών πάσχει σήμερα η Ευρώπη, γενικότερα. Αλλά αυτό που συμφέρει μία επιχείρηση δεν είναι κατ’ ανάγκην προς συμφέρον της κοινωνίας. Είναι εγκληματικό να χαράσσονται οικονομικές πολιτικές ερήμην της κοινωνίας. Ο Ντελόρ που ώθησε την Ευρώπη προς αυτή την κατεύθυνση, το μετάνιωσε. Ήταν, όμως, αργά.

Εδώ και δύο αιώνες, ο οικονομικός φιλελευθερισμός που αποβλέπει στη συρρίκνωση και την τελική κατάργηση του κράτους, επαναλαμβάνει τον ίδιο σκοπό: «Δεν μας αφήσατε να ολοκληρώσουμε το απορρυθμιστικό μας έργο». Η πάγια θέση του οικονομικού φιλελευθερισμού ότι η δημιουργία πλούτου χάρη στην άνευ κωλυμάτων επιχειρηματικότητα ευνοεί τελικώς την κοινωνία, αποδεικνύεται κάθε φορά μια φούσκα. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς τι θα γινόταν αν κυβερνούσαν οι επιχειρήσεις.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση έδειξε χειροπιαστά προς πάσαν κατεύθυνση τον απόλυτο παραλογισμό στον οποίον οδηγεί ο άκρατος οικονομικός ρασιοναλισμός της ισχύος, όπως εκπροσωπείται σήμερα από τη Γερμανία και τους συμμάχους της.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σήμερα και μόνο σήμερα εισήλθε η Ελλάδα στην Ε.Ε. ως εταίρος. Η Ευρώπη που δεκαετίες τώρα προβάλλεται στον τόπο μας, είναι η Ευρώπη των διαφημίσεων, η Ευρώπη με τη μορφή pin up. Αυτή σερβίρουν και αυτή λαχταρούν. Αλλά δεν γίνεσαι Ευρωπαίος με σαββατοκύριακα στα ξενοδοχεία 5 αστέρων και στα κυλικεία των Βρυξελλών.

Η φωνή του Τσίπρα και του επιτελείου του προήλθε από τη σκεπτόμενη Ευρώπη η οποία δεν είναι ορατή, όπως η Ευρώπη των λογιστικών μετρήσεων.

Είναι πράγματι εντυπωσιακή η απήχηση του Τσίπρα στον απλό πολίτη της Ένωσης που βλέπει καθημερινά τα αποτελέσματα των ιδιωτικοποιήσεων, την καλπάζουσα ανεργία, την ασφυκτική οργάνωση της καθημερινότητας. Τέτοιους ηγέτες ονειρεύεται και όχι τους Γιούνκερ των φορολογικών παραδείσων ή όσους αποτυγχάνουν στον τόπο τους για να επιβραβευθούν με ηγετικά πόστα στην Κομισιόν, όπως ο κ. Μοσκοβισί. Κι έπειτα παραπονούνται για τις αντιευρωπαϊκές εξάρσεις των πολιτών.

Παραταύτα οι… Βρυξέλλες επιμένουν ότι η κρίση στην Ελλάδα οφείλεται στην ασυδοσία των τεμπέληδων Ελλήνων, του διογκωμένου δημοσίου και της διαφθοράς του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Μήπως αυτή η επιμονή προϊδεάζει για την συνολική αλλαγή στο κοινωνικό υπόδειγμα της Ευρώπης που γνωρίσαμε;

Δεν υπάρχει αλλαγή υποδείγματος! Η Ε.Ε. είναι βεβαίως υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την πολιτική της και θα το πράξει με τον ένα ή άλλον τρόπο. Η τρόικα θα εξαφανισθεί προς μεγάλη λύπη των μνημονιακών. Αλλά το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα δεν πρόκειται να αλλάξει έτσι εύκολα. Η οικονομική βαρύτητα της Ελλάδας δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Το μέγα εμπόδιο είναι οι δεσπόζουσες οικονομικές αρχές του σύνολου οικοδομήματος. Η κρατούσα αντίληψη περί αναπτύξεως, περί καινοτομίας, περί αποδόσεως και εκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας. Όλα τούτα αποτελούν την ισχύ του δυτικού πνεύματος που κυριαρχεί σε πλανητικό επίπεδο. Αλλά αν η ισχύς του δυτικού πνεύματος έγκειται στην ορθολογική οργάνωση, το μεγαλείο της αθέατης Ευρώπης απορρέει από τις δυνάμεις που αντιστέκονται και πασκίζουν να εξισορροπήσουν τις καταστροφικές ροπές του ρασιοναλισμού της. Η σκέψη και η τέχνη στάθηκαν ανέκαθεν τα μεγάλα οχυρά του ευρωπαϊκού πνεύματος εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Μεγάλος είναι ο πολιτισμός που γνωρίζει να κρίνει τον εαυτό του. Η ισχύς και μόνο είναι αδιέξοδη. Αγαπάμε τη γερμανική σκέψη και τέχνη πλην αποστρεφόμαστε το σημερινό πρόσωπο της χώρας. Αυτό θα γεράσει, η σκέψη και η τέχνη της Γερμανίας θα μείνουν. Γι’ αυτό και το αίτημα των αποζημιώσεων αποκτά ζωτικότατη σημασία. Υπενθυμίζει, στιγματίζοντας, την αλαζονεία της ισχύος. Η Γερμανία δεν μπορεί να στηρίζεται στη νομική παραγραφή των ευθυνών της ενόσω μένει ανυποχώρητη στις υπεράνθρωπες αξιώσεις της. Τα κόκκαλα του Γκαίτε τρίζουν στα χείλη του Σόιμπλε. Κανά-δυο χρόνια πριν, η γαλλική εταιρία σιδηροδρόμων αναγκάσθηκε να καταβάλει υψηλότατο πρόστιμο κατά τη σύναψη μιας εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, διότι τα τρένα της είχαν χρησιμοποιηθεί ως «βαγόνια του θανάτου». Κανείς δεν διανοήθηκε να προβάλει το επιχείρημα ότι «παρήλθαν 70 χρόνια».

Όπως και να έχει πάντως, οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης είναι μάλλον περιορισμένες. Αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να αλλάξει η κρατούσα καταναλωτική, οικονομίστικη αντίληψη. Και γι’ αυτό η Ελλάδα δεν πρέπει να βιάζεται. Δεν διαθέτουμε ισχύ, διαθέτουμε όμως μία αντιωφελιμιστική και αντιρασιοναλιστική παράδοση που δεν πρέπει να θυσιασθεί στο βωμό του αλόγιστου προοδευτισμού. Ο «καλός» διαφωτισμός εναντίον του «κακού» μεσαίωνα δεν είναι μόνο προτάσεις επιστημονικά αβάσιμες, διαιωνίζουν το μέγα μύθευμα της προόδου, την ιδεολογία της Προόδου.

Εδώ είναι ο κόμπος. Είναι επιτακτική ανάγκη να επαναπροσδιορισθεί το περιεχόμενο της προόδου, δηλαδή το περιεχόμενο του εξορθολογισμού και της ανάπτυξης. Το πρόβλημα του καπιταλισμού δεν επιλύεται απλώς με την κοινωνική δικαιοσύνη. Το μέγα ζήτημα σήμερα δεν είναι η τιθάσευση της φύσεως, αλλά η τιθάσευση της προόδου που ταυτίζεται με την οικονομοτεχνική ισχύ και μετατρέπει τις κοινωνίες σε ασφυκτικά οργανωμένους καταυλισμούς.

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία που η Αριστερά αναλαμβάνει ευθύνη διακυβέρνησης. Οι ώς τώρα κυβερνήτες και το πολιτικό προσωπικό τους ισορροπούσαν επιλέγοντας τον πλουτισμό και τη δόξα αδιαφορώντας για τις ανάγκες των πολιτών. Για ποιο λόγο υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει το ελληνικό κράτος κ. Ζέρβα;

Σύμφυτο με το ερώτημα τι είναι σήμερα η Ε.Ε., είναι και το ερώτημα γιατί υπάρχει το ελληνικό κράτος. Ο Τσίπρας καλείται να εμφυσήσει πνεύμα εθνικής ομοψυχίας. Όπως ακριβώς πέτυχε να συνθέσει τα διεστώτα με την περίτρανη εκλογική του νίκη, έτσι θα πρέπει και να αποβλέψει σε μία νέα πνευματική σύνθεση του Ελληνισμού. Χωρίς μία νέα ελληνική ιδέα δεν μπορεί να ορθοποδήσει τίποτε.

Οι αριστερές, προοδευτικές ιδεοληψίες πρέπει να μετριασθούν αλλά και να σαρωθούν οι συντηρητικές ακαμψίες. Το ζητούμενο είναι η σύνθεση ενός ήπιου εκσυγχρονισμού και φωτεινής συντήρησης.

Το πρόβλημα της παιδείας όπως και το πρόβλημα της ορθόδοξης εκκλησίας είναι εξαιρετικώς λεπτά ζητήματα.

Εάν με τον όρο «αριστεία» εννοείται ο υπερτεχνολογικός προσανατολισμός με γνώμονα το IQ, τότε ας καταργηθεί. Χρειάζονται όμως σχολεία αρίστων, όπου η έμφαση δεν θα δίδεται στη διάνοια και στον εγκέφαλο, όπως θέλει σήμερα η Ε.Ε. Παιδεία αρίστων είναι η παιδεία των ερωτημάτων. Εγκέφαλοι και διάνοιες επεξεργάζονται τα τραπεζικά προγράμματα και χαράσσουν τις οικονομικές πολιτικές. Η τεχνική καθιστά τον πολίτη τάμπουλα ράζα. Πώς να αντιμετωπίσει ο υπερτεχνολογικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης τα φιλοσοφικά και ιστορικά ερωτήματα που ενσκήπτουν με τόση δριμύτητα στις μέρες μας;

Ένα δεν πρέπει να λησμονείται: το ελληνικό κράτος δεν προέκυψε από τη μακροχρόνια και βίαιη διεργασία εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της θεολογίας του που θα οδηγούσε στη διαμόρφωση των σύγχρονων δυτικών κρατών και της πολιτικής φιλοσοφίας τους γενικότερα.

Μια μικρή χώρα με περιορισμένα παραγωγικά μέσα και ιδιαίτερη παραγωγική νοοτροπία έχει ανάγκη από ένα δίκαιο κράτος. Εάν αφεθεί στο έλεος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δεν θα μείνει τίποτε. Σκεφθείτε μόνο το προοδευτικό πνεύμα των αιρετών της τοπικής αυτοδιοίκησης που με τον όρο ανάπτυξη εννοούν τη μεταφύτευση του Λος Άντζελες και της ισπανικής Ριβιέρας στις περιοχές τους. Η λογική αυτή πρέπει να καταπολεμηθεί πάση θυσία, όποια κι αν είναι τα βραχυπρόθεσμα οφέλη της.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Η Ευρώπη που δεν θέλουμε




Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)


Η ασφυξία που επέβαλε η ΕΚΤ στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών και το έγγραφο της γερμανικής κυβέρνησης που ζητάει από την Ελλάδα να εγκαταλείψει το πρόγραμμα μιας κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή και να επιστρέψει σε εκείνο που το εκλογικό σώμα απέρριψε, δείχνει ότι το πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι μόνο η Ελλάδα αλλά η λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών, ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση, αλλά η κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. 

Μαντεύω τις αντιρρήσεις. Η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει ότι αποφασίζουμε να ανταλλάξουμε μέρος της εθνικής κυριαρχίας με τα οφέλη της συμμετοχής σε μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη κοινότητα, ότι έτσι κι αλλιώς ποτέ η εθνική ανεξαρτησία στην Ελλάδα δεν ήταν απόλυτη αλλά περιοριζόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις και τις συμμαχίες της, και ακόμη, πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι μια δημοκρατία όταν είναι οφειλέτρια δημοκρατία; 

Αν αποδεχτούμε αυτές τις έλλογες ενστάσεις, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η δημοκρατία ως σεβασμός της θέλησης «των πολλών», έχει σημασία και μπορεί να γίνει σεβαστή, μόνο αν μπορεί να παραμείνει στο ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο, ή αν αφορά ζητήματα που δεν άπτονται των μεγάλων κατευθυντήριων επιλογών. Αλλά αυτό είναι το πλαίσιο της μεταδημοκρατίας. Η μεταδημοκρατία δεν βγάζει τανκς στους δρόμους, δεν καταργεί τις εκλογές, τα κόμματα, το κοινοβούλιο, την ελευθερία της έκφρασης. Όλα αυτά διατηρούνται μεν, αλλά ως τελετουργίες, στερημένες περιεχομένου και αποτελεσματικότητας. 

Οι ελληνικές εκλογές είναι η δοκιμασία μιας πραγματικότητας που σιγά-σιγά και αθόρυβα συγκροτήθηκε από τις αρχές του 1990, με δυο κατευθυντήριους άξονες: Την αλλαγή του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, και τον μετασχηματισμό της δημοκρατίας σε μεταδημοκρατία. Η κρίση ακολούθησε και η διευθέτηση της ακολούθησε τους δυο αυτούς άξονες.

Είναι μύθος ότι το πρόγραμμα της τρόϊκας από την αρχή της ελληνικής κρίσης είχε σκοπό να βοηθήσει την ελληνική κοινωνία να εξέλθει από την κρίση, δημιουργώντας ένα κράτος και μια κοινωνία που δεν παράγει χρέη. Την περασμένη Τετάρτη, την προηγούμενη της νύχτας που η ΕΚΤ επέβαλλε μέτρα ασφυξίας στην ελληνική κυβέρνηση για να εγκαταλείψει το πρόγραμμά της, ο Υπουργός Οικονομικών της Αγγλίας Τζορτζ Οζμπορν δήλωνε ότι η περικοπή των δημόσιων δαπανών κατά 9,5% επί της υπουργίας του δεν ήταν αρκετή, και ότι στο διάστημα έως το 2019 θα πρέπει να μειωθούν κατά 15%. Η Αγγλία, δήλωσε, δεν συνήλθε ακόμη από την κρίση και τα δημοσιονομικά κενά θα πρέπει να καλυφθούν στο επόμενο διάστημα κατά 98% από περικοπές δαπανών και μόνο κατά 2% από φορολογικούς πόρους. «Η χειρότερη λιτότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι μπροστά μας», ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος (http://rt.com/uk/229283-ifs-spending-cuts-tax/)

Αν η Βρετανία μπήκε πρώτη, από τον καιρό της Μάργκαρετ Θάτσερ στην οδό της αποδιάρθρωσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και της αντικατάστασής του από ένα άλλο του οποίου φιλοσοφία είναι ο αναγωγισμός όλων των κοινωνικών λειτουργιών στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά, και πρακτική του η μεταφορά πλούτου από τους πολλούς στους λίγους, τότε βλέπουμε πώς αυτός ο δρόμος τέλος και τελειωμό δεν έχει. Αυτός είναι ο δρόμος των «δομικών μεταρρυθμίσεων» που επαγγέλλεται σήμερα το Βερολίνο, η ΕΚΤ, η Κομισιόν. Όχι μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τις δημόσιες υπηρεσίες, όχι μεταρρυθμίσεις που προσαρμόζουν τη διάθεση των δημόσιων αγαθών όπως η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός στις αλλαγές της τεχνοεπιστήμης και της παγκοσμιοποίησης, όχι μεταρρυθμίσεις βελτίωσης της ζωής των πολλών και των ασθενέστερων. Πρόκειται για μια επέκταση της ανταγωνιστικότητας με άνοιγμα ολοένα και περισσότερων πεδίων στη λογική του εμπορίου και των ιδιωτικοποιήσεων, για μια αυξανόμενη περικοπή των κοινωνικών δαπανών, για μετατροπή των κοινωνικών αγαθών σε εμπορεύσιμες υπηρεσίες, για περιορισμό της έννοιας των κοινών, του δημοσίου, όλων εκείνων δηλαδή των στοιχείων που βρίσκονταν στον πυρήνα αυτού που θεωρούσαμε Ευρώπη και δημοκρατία. 

Αυτές τις αλλαγές, αυτή την Ευρώπη ευαγγελιζόταν έως τις εκλογές η τρόϊκα, τα κόμματα που την υποστήριζαν, οι διανοούμενοι που εκλογίκευαν και μεταγλώττιζαν στα καθ’ημας τη φιλοσοφία της. Σ’ αυτή τη φιλοσοφία ήλθε να αντιταχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου. Πρόκειται για μια ρωγμή και στους δυο κατευθυντήριους άξονες της ευρωπαϊκής πραγματικότητας: και στην νέα οικονομική συνθήκη, και στη μεταδημοκρατική συνθήκη. Αν αυτή είναι η ελληνική στιγμή της Ευρώπης, είναι γιατί οι ελληνικές εκλογές και η σφοδρή σύγκρουση που προκαλούν, αναγκάζει πολλούς ευρωπαίους να αναστοχαστούν την ίδια την πορεία της Ευρώπης. Αυτή είναι η Ευρώπη που θέλουμε; Μια Ευρώπη με ενιαίο νόμισμα και άκαμπτους κανόνες αγοράς, αλλά με εντελώς διαφορετικά στάνταρ υγείας, ασφάλισης, παιδείας, βιοτικών συνθηκών, παροχής δημόσιων υπηρεσιών, μια Ευρώπη του μεγάλου πλούτου και της μεγάλης φτώχειας, μια Ευρώπη του Βορρά, μια άλλη του Νότου, και μια τρίτη των πρώην ανατολικών χωρών; Θέλουμε μια Ευρώπη των μεταμεσονύκτιων πραξικοπημάτων όχι των συνταγματαρχών, αλλά των κεντρικών τραπεζιτών; 

Καταλαβαίνει κανείς ότι η Ευρώπη, η πρώην κυρίαρχη του κόσμου, έχει προβλήματα ανταγωνιστικότητας απέναντι στην Αμερική και την Ασία, απέναντι στις πρώην αποικίες της που τώρα έγιναν παγκόσμιες δυνάμεις. Αυτός όμως δεν είναι λόγος, αλλά δικαιολογία για την αποχύμωση της δημοκρατίας. Εξάλλου, η κατεδάφιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου δεν είναι η μόνη δυνατή απάντηση. Η εναλλακτική λύση είναι η διεθνοποίησή του. Η ικανότητα της Ευρώπης να θέσει κανόνες στην παγκοσμιοποίηση και στον οικονομικό ανταγωνισμό προς όφελος των λαών, θα ενδυνάμωνε, δεν θα αδυνάτιζε τη θέση της στον κόσμο.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Χτυπήθηκε η καρδιά της Γαλλίας: Το ουδετερόθρησκο κράτος και η ελευθερία της




Ένα κείμενο του συγγραφέα Εντγκάρ Μορέν στην γαλλική εφημερίδα Le Monde (από εδώ)
  
Μετάφραση: Μαρία Στεφανοπούλου 
 

Η διατύπωση του Φρανσουά Ολάντ είναι σωστή. «Η Γαλλία λαβώθηκε στην καρδιά». Ακριβώς αυτό συνέβη, έπληξαν θανάσιμα τη Γαλλία, την ουδετερόθρησκη καρδιά της και την ιδέα της ελευθερίας που την εμπνέει, στο τρομοκρατικό χτύπημα εναντίον του εβδομαδιαίου περιοδικού που το χαρακτηρίζει η ασέβεια και η διακωμώδηση των ιερών συμβόλων κάθε είδους, ιδίως των θρησκευτικών. Η ασέβεια του Charlie Hebdo εκφράζεται με το γέλιο και το χιούμορ, κι αυτό και μόνο καθιστά το τρομοκρατικό χτύπημα τερατωδώς βλακώδες.

Η συγκίνησή μας δεν πρέπει να παραλύσει τη λογική μας, αλλά και η λογική μας δεν πρέπει να απαλύνει τη συγκίνησή μας.

Όταν δημοσιεύτηκαν τα σκίτσα δημιουργήθηκε πρόβλημα. Πρέπει άραγε να αφήνουμε την ελευθερία να προσβάλλει την πίστη των θρησκευόμενων μουσουλμάνων εξευτελίζοντας την εικόνα του Προφήτη του Ισλάμ; Μήπως πρέπει να θεωρούμε μάλιστα ότι η ελευθερία έκφρασης πρυτανεύει τα σύμπαντα; Εκδήλωσα τότε την αίσθηση που με διακατείχε μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, πόσο μάλλον που είμαι από εκείνους που αντιτίθενται στη βεβήλωση ιερών τόπων και αντικειμένων.

Εννοείται βέβαια ότι αυτό δεν μετριάζει καθόλου τη φρίκη, την αηδία και τη θλίψη που νιώθω για το τρομοκρατικό χτύπημα εναντίον του Charlie HebdoΤούτο σημαίνει ότι η φρίκη, η αηδία και η θλίψη μου δεν με εμποδίζουν να σκεφτώ τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία διεπράχθη το αποτρόπαιο τρομοκρατικό χτύπημα. Σημαίνει την εισβολή, στην καρδιά της Γαλλίας, του πολέμου που διαδραματίζεται στη Μέση Ανατολή, εμφύλιου και διεθνούς πολέμου στον οποίο η Γαλλία έχει επέμβει ακολουθώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η άνοδος του Ισλαμικού Κράτους [ISIS] είναι βέβαια μια συνέπεια της ριζοσπαστικοποίησης και του εκφυλισμού του πολέμου στο Ιράκ και στη Συρία, όμως οι στρατιωτικές επεμβάσεις των Αμερικανών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν συνέβαλαν στην αποσάθρωση των εθνών της Συρίας και του Ιράκ, που συγκροτούνται από διαφορετικές φυλές και θρησκευτικές δοξασίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν μαθητευόμενοι μάγοι και η ετερόκλιτη, χωρίς πραγματική δύναμη, συμμαχία της οποίας ηγούνται είναι καταδικασμένη να αποτύχει, δεδομένου ότι δεν αποτελεί ένωση όλων των εμπλεκόμενων χωρών, δεδομένου επίσης ότι η συμμαχία αυτή έχει ως ειρηνευτικό στόχο την ακατόρθωτη παλινόρθωση της εθνικής ενότητας του Ιράκ και της Συρίας, τη στιγμή που η μοναδική, αποτελεσματική έκβαση για την ειρήνη στη περιοχή (σήμερα πια καθόλου ρεαλιστική) θα ήταν μια μεγάλη συνομοσπονδία λαών, εθνών και θρησκειών της Μέσης Ανατολής υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μοναδικό αντίδοτο στο Χαλιφάτο.

Η Γαλλία είναι παρούσα με τις αεροπορικές της δυνάμεις, με τους Γάλλους μουσουλμάνους που έφυγαν για να πολεμήσουν στο πλευρό των τζιχαντιστών, με τους Γάλλους μουσουλμάνους που επέστρεψαν από τον πόλεμο της Τζιχάντ. Και τώρα, η φονική δράση που ξεκίνησε με το τρομοκρατικό χτύπημα εναντίον του Charlie Hebdo δείχνει πως είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η Μέση Ανατολή βρίσκεται εντός της Γαλλίας, όπως και η σύγκρουση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων εδώ και καιρό είναι παρούσα στη Γαλλία.

Επιπλέον, υπάρχει μια σύμπτωση, τυχαία άλλωστε, ανάμεσα στον φονικό φανατικό ισλαμισμό που έχει εκδηλωθεί τελευταία και στα ισλαμοφοβικά έργα του [Ερίκ] Ζεμμούρ και του [Μισέλ] Ουελμπέκ, έργα που αποδείχτηκαν σύμπτωμα μιας επιθετικότητας ισλαμοφοβίας που έχει οξυνθεί όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στη Γερμανία και στη Σουηδία.

Η παραμορφωτική σκέψη θριαμβεύει. Όχι μόνο οι φανατισμένοι δολοφόνοι πιστεύουν ότι μάχονται τους σταυροφόρους και τους εβραίους συμμάχους τους (που οι σταυροφόροι τους έσφαζαν), αλλά οι ισλαμόφοβοι ταυτίζουν τον άραβα με την υποτιθέμενη πίστη του, το Ισλάμ, ταυτίζουν τον πιστό του Ισλάμ με τον ισλαμιστή, τον ισλαμιστή με τον φανατικό, τον φανατικό με τον τρομοκράτη.

Αυτός ο αντιισλαμισμός γίνεται όλο και πιο ριζοσπαστικός, όλο και πιο εμμονικός, και τείνει να στιγματίζει έναν ολόκληρο πληθυσμό ακόμη μεγαλύτερο σε αριθμό από τον εβραϊκό πληθυσμό, ο οποίος στιγματίστηκε από τον προπολεμικό αντισημιτισμό και τον αντισημιτισμό [της κυβέρνησης] του Βισύ.

Ο φόβος θα αυξηθεί στους Γάλλους χριστιανικής προέλευσης, στους Γάλλους αραβικής καταγωγής και στους Γάλλους εβραϊκής καταγωγής. Οι μεν αισθάνονται να απειλούνται από τους δε, ενώ μια διαδικασία αποσύνθεσης έχει αρχίσει να κατατρώει την κοινωνία. Ίσως το μεγάλο συλλαλητήριο που προβλέπεται για το Σάββατο 10 Ιανουαρίου μπορέσει να τη σταματήσει, γιατί η απάντηση στην αποσάθρωση είναι η μαζική διαδήλωση όλων, συμπεριλαμβανομένων όλων των εθνοτήτων, όλων των θρησκειών και όλων των πολιτικών σχημάτων.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde, 09/1/15

Ο Εντγκάρ Μορέν είναι Γάλλος διανοούμενος, κοινωνιολόγος και φιλόσοφος. Γνωστός στην Ελλάδα από πολλές μεταφράσεις των έργων του, ανάμεσά τους και το αυτοβιογραφικό «Ο Βιντάλ και οι δικοί του», όπου μιλάει για την καταγωγή του από εβραϊκή οικογένεια της Θεσσαλονίκης.

Ο γαλλικός λαός πάντως έδωσε ήδη δύο ηχηρές απαντήσεις: το Σάββατο 10/01 στις κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα διαδήλωσαν 700.000 άνθρωποι, ενώ στο πανευρωπαϊκό κάλεσμα της Κυριακής 11/01 στο Παρίσι κατέβηκαν στην πλατεία Ρεπουμπλίκ 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι για να περπατήσουν ειρηνικά ως την πλατεία Νασιόν, ενώ 3 εκατομμύρια διαδήλωσαν σε όλη τη Γαλλία. Το σύνθημα «Είμαι Σαρλί» έγινε «Είμαι η Γαλλία». Οι Γάλλοι μάλλον γυρνάνε σελίδα.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Αλλάζει η Ελλάδα – Αλλάζει η Ευρώπη: Νέα από την Ιταλία




Αναδημοσίευση από το blog του Νίκου Ξυδάκη (εδώ)


«Ν’ αφήσουμε τον ελληνικό λαό να αποφασίσει ελεύθερα τη νέα κυβέρνησή του για ν’ αλλάξει η Ελλάδα και ν’ αλλάξει η Ευρώπη». Η πρωτοβουλία Transform Italia για τη δημιουργία ενός κινήματος στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ και του ελληνικού λαού στη μάχη του για να ανατρέψει τις πολιτικές της τρόικας και των Μνημονίων, ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, συνάντησε ένα απρόσμενο κλίμα ευφορίας στον προοδευτικό, δημοκρατικό και αλληλέγγυο κόσμο της Ιταλίας.

Το κάλεσμα προς την ιταλική κοινή γνώμη προέρχεται από τον συνταγματολόγους Στέφανο Ροντοτά και Λουίτζι Φεραγιόλι, την Λουτσιάνα Καστελίνα, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής Αριστεράς, τον συγγραφέα Αντρέα Καμιλέρι, τον πρόεδρο της τεράστιας εθελοντικής οργάνωσης Emergency Τζίνο Στράντα, τον ηθοποιό Τόνι Σερβίλο, τους τραγουδιστές Φιορέλα Μανόια και Μπέπε Σερβίλο, τον σκηνοθέτη Τζίνο Μαζέλι, τον οικονομολόγο Λουτσιάνο Γκαλίνο, τον πανεπιστημιακό Μάρκο Ρεβέλι, τον γελοιογράφο Σέρτζιο Στάινο, τη διευθύντρια του «Μανιφέστο» Νόρμα Ραντζέρι και τουλάχιστον άλλες διακόσιες προσωπικότητες της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της Ιταλίας.

 

Το κάλεσμα συνυπογράφουν οι ευρωβουλευτές της «Άλλης Ευρώπης με τον Τσίπρα» Μπάρμπαρα Σπινέλι, Ελεονώρα Φορέντζα και Κούρτσιο Μαλτέζε, ο πρόεδρος της Αριστεράς Οικολογίας Ελευθερίας Νίκι Βέντολα, ο γραμματέας της Επανίδρυσης Πάολο Φερέρο, ο πρώην δικαστικός Αντόνιο Ινγκρόια, οι βουλευτές του Δημοκρατικού ΚόμματοςΣτέφανο Φασίνα και Πίπο Τσιβάτι και ο γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος Κοραντίνο Μινέο.

 

Το κείμενο των προσωπικοτήτων της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της Ιταλίας έχει ως εξής:

 

Αλλάζει η Ελλάδα – Αλλάζει η Ευρώπη

 

Η Ελλάδα μετατράπηκε αυτά τα χρόνια σε πειραματόζωο για τη διαγραφή του κοινωνικού κράτους και των δημοκρατικών δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Τα πακέτα «διάσωσης» των Μνημονίων έσωσαν μόνο τις τράπεζες και κατέστρεψαν τους ανθρώπους, φτωχοποίησαν τον κόσμο και δημιούργησαν τη μαζική ανεργία.

Οι συνέπειες των πολιτικών της τρόικας διαψεύδουν όλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να επιβάλουν τη λιτότητα στην Ευρώπη. Η χώρα οδηγήθηκε σε ακραία όρια, ο λαός βρίσκεται στα όρια της επιβίωσης και σε μια κατάσταση ανθρωπιστικής ανάγκης, ενώ την ίδια στιγμή το χρέος, αντί να μειώνεται, είναι στα ύψη.

Στην Ελλάδα τα θύματα της λιτότητας εξεγέρθηκαν ενάντια στα αυταρχικά τελεσίγραφα των Βρυξελλών. Μαζί και αλληλέγγυα εργαζόμενοι που δεν έχουν πια δουλειά, φοιτητές, συνταξιούχοι, επαγγελματίες και νοικοκυρές συμμάχησαν και έδωσαν ζωή σε μια εξαιρετικά ειρηνική, δημοκρατική και λαϊκή αντίσταση που αποτελεί παράδειγμα για όλη την Ευρώπη.

Το κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε να κατανοήσει αυτή τη μεγάλη λαϊκή ώθηση. Σήμερα βρίσκεται επικεφαλής σε όλες τις δημοσκοπήσεις και, εάν ψηφίσουν, όπως φαίνεται πιθανό και δυνατόν, εξαιτίας της κατάρρευσης του σημερινού συνασπισμού των μεγάλων συμμαχιών, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα: να παραμείνει στην Ευρώπη και την Ευρωζώνη για να αλλάξει την Ευρώπη.

Η κυβέρνησή του θα ζητήσει μια Ευρωπαϊκή Διάσκεψη για να συζητηθεί εκ νέου το χρέος που αφορά το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών, το τέλος των πολιτικών της λιτότητας, με την κατάργηση του Δημοσιονομικού Συμφώνου, ένα σχέδιο για την εργασία και τη διάσωση του περιβάλλοντος.

Το αντίθετο από μια αντι-ευρώ και αντιευρωπαϊκή πολιτική, που προσπαθούν να μας περιγράψουν τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης της ηπείρου για να δικαιολογήσουν την επίθεση των αγορών, τη διάδοση του φόβου ανάμεσα στους Ευρωπαίους, να θέσουν όρους εξάρτησης στους ψηφοφόρους στην Ελλάδα και να προκαλέσουν σύγχυση ανάμεσα στις προτάσεις της Αριστεράς και τους ξενόφοβους, ρατσιστικούς και νεοφασιστικούς λαϊκισμούς.

Ο Τσίπρας δεσμεύτηκε να υιοθετήσει άμεσα και ουσιαστικά μέτρα, να επαναπραγμαδιατευτεί τις επιλογές που επέβαλαν οι Βρυξέλλες, η Φραγκφούρτη και το Βερολίνο και να βελτιώσει άμεσα τις κοινωνικές συνθήκες των πολιτών. Ανάμεσα στα μέτρα συμπεριλαμβάνονται: η επαναφορά του ελάχιστου μισθού στα επίπεδα πριν από την κρίση και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων.

Η αλλαγή της κυβέρνησης στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει την αρχή για να επανιδρύσουμε την Ευρώπη στις αρχές των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης του Τσίπρα στην Ελλάδα θα αποδείξει ότι οι πολίτες μπορούν να καταρρίψουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την Κεντροδεξιά που αποσυνθέτει και κατακερματίζει διαρκώς περισσότερο την ήπειρό μας.

Αποδεικνύουν ήδη από τώρα ότι ο δρόμος της λιτότητας δεν είναι αναπόφευκτος, εάν η ψήφος συνδέεται με τους αγώνες για τα δικαιώματα, τη λαϊκή συμμετοχή και μια νέα ευρωπαϊκή διάσταση των κοινωνικών συνασπισμών.

Η δέσμευσή μας μπροστά στην εκστρατεία παραπληροφόρησης και την επίθεση των χρηματοοικονομικών αγορών είναι να γνωστοποιήσουμε τις πραγματικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και να υποστηρίξουμε την πρωτοβουλία του.

Τα χρηματιστήρια, ο χρηματοοικονομικός τομέας, η τρόικα, με τη συνενοχή του συστήματος των μέσων ενημέρωσης, ήδη βάζουν στη μάχη όλη τους τη δύναμη για να επηρεάσουν σκληρά την ελληνική ψήφο. Δεν θα σταματήσουν σε τίποτα. Ζητάμε από όποιον έχει στην καρδιά του τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και τη δικαιοσύνη να υποστηρίξει το δικαίωμα του ελληνικού λαού να επιλέξει ελεύθερα τη δική του κυβέρνηση.

Είναι ευθύνη όλων μας να σταματήσουμε την πορεία προς την καταστροφή και να αλλάξουμε κατεύθυνση στην Ευρώπη, γιατί με τις σημερινές πολιτικές οδηγείται στην έκρηξη.

Είναι ευθύνη όλων μας να υποστηρίξουμε όποιον θέλει να επανοικοδομήσει την Ευρώπη με τους πολίτες της.

ΠΗΓΗ: http://www.cambialagreciacambialeuropa.eu/appello.html

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Το σύστημα έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια




Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στον Στρατή Μπουρνάζο (από εδώ)


Η Γυμνή βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, παρότι μιλάει για την οικονομία και την κυριαρχία της, δεν είναι ένα βιβλίο οικονομικό. Είναι ένα έργο συνολικό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, ότι είναι ένας πολιτικός στοχαστής, με όλη τη σημασία του όρου, και επίσης κατεξοχήν Ευρωπαίος: τόσο επειδή η οπτική του είναι ευρωπαϊκή και διεθνής όσο και γιατί συνομιλεί, όπως και με τα προηγούμενα έργα του, με τους μεγάλους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Η Γυμνή Βασίλισσα (που είναι, βέβαια, η οικονομία, και ιδίως η νεοφιλελεύθερη οικονομία) υπερβαίνει τις επιστημονικές εξειδικεύσεις και κλάδους, μέσα από ένα συνολικό πρίσμα. Και το κάνει με γραφή σαφή και απλή (σε σχέση και με προηγούμενα βιβλία του), και συγχρόνως πλούσια, που αντλεί από πολλές επικράτειες, πέραν της θεωρίας και της φιλοσοφίας, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία. Ένα έργο που, με βαθιά πολιτική αγωνία, ανοίγει ζητήματα και θέτει καίρια ερωτήματα, χωρίς να δίνει εύκολες ή τελεσίδικες απαντήσεις. Γιατί, όπως λέει, «είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πανούργα Ιστορία μάς περιμένει στη γωνία».
Στρ. Μπ.


Θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση η οποία, όπως γράφεις, αποτελεί κεντρικό άξονα της Γυμνής βασίλισσας ότι το σύστημα έχει φτάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτω στο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, αλλά πολιτικό: Αν και υπό ποίους όρους το παγκοσμίως εξελισσόμενο νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Και όταν λέω αναπαραχθεί, εννοώ αν οι ολοένα οξυνόμενες υφέρπουσες αντιφάσεις είναι δυνατόν να θεραπευθούν ή να αρθούν με τα μέσα τα οποία δίνει το σύστημα στις πολιτικές εξουσίες.

Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, είτε αυτά ήταν δημοκρατικά είτε αυταρχικά είτε φιλελεύθερα είτε ακόμα φασιστικά, το καπιταλιστικό κράτος είχε μια θεμελιώδη ευθύνη: την ευθύνη να αναπαραγάγει το σύστημα. Kαι το έκανε μέσα από θεσμούς και μηχανισμούς, εν ανάγκη μετατρεπόμενο σε κράτος έκτακτης ανάγκης. Εδώ, ακριβώς, πιστεύω, έγκειται η κρισιμότητα των σημερινών καιρών. Η παγκοσμιοποίηση, αν δεν έχει καταλύσει, έχει αμβλύνει εξαιρετικά, σε σημείο πρωτοφανές, την παρεμβατική ικανότητα των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών, των κρατών και, κατ’ επέκταση, των οργανωμένων κοινωνών. Το αποτέλεσμα είναι οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον των λαών να μην παίρνονται από τα κράτη – εξαιρώ τα πολύ μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)· μιλάω για όλα τα άλλα, τα περισσότερα, και προφανώς για την Ελλάδα.

Οι μεγάλες αποφάσεις, λοιπόν, λαμβάνονται από αυτό που ονομάζουμε αγορές. Οι αγορές δεν είναι η αγορά. Η αγορά ήταν μια ιδέα, μια fictio, ένα πλάσμα, ένα αφηρημένο σύστημα ισορροπιών ανάμεσα σε ελεύθερα αναπτυσσόμενες δυνάμεις. Ενώ οι αγορές είναι ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό– τα συγκροτημένα και εξειδικευμένα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί.

Αποφασίζουν λοιπόν οι αγορές, και όχι τα κράτη. Οι αγορές, όμως, λειτουργούν βάσει του κοντόφθαλμου οικονομικού τους συμφέροντος, της άμεσης κερδοσκοπίας. Υπό τους όρους αυτούς, δεν υπάρχει πια ένας κεντρικός μηχανισμός νόμιμης εξουσίας, όπως τα κράτη, που να έχει ως κύριο αντικείμενο την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό των κοινωνιών.

Το σύστημα πλέον δεν διαθέτει τη δυνατότητα άμεσων παρεμβάσεων, με στόχο τη μακρόπνοη συντήρησή του. Είναι ένα σύστημα το οποίο επιβάλει μια ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική, επομένως και πολιτική, ετερονομία και που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, παραδόξως, λειτουργεί ολοένα και πιο αυταρχικά!

«Κρίση αναπαραγωγής» όμως είχαμε και άλλες φορές στο παρελθόν. Είναι μια κατάσταση διαφορετική η σημερινή.

Βέβαια. Έχουμε μια κρίση πολιτισμική, αν θεωρήσουμε ότι η έννοια γένους, η πιο ευρεία έννοια, είναι ο πολιτισμός. Από έναν πολιτισμό που είχε κεντρική αξία την αυτονομία της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας έχουμε οδηγηθεί σε έναν ετερόνομο πολιτισμό, όπου κυριαρχούν οι εξωγενείς δυνάμεις. Η ΤΙΝΑ (There Is No Altertanative) είναι ένας κλειστός μονόδρομος, χωρίς εναλλακτικές. Όλα ρυθμίζονται ή απορρυθμίζονται στο τώρα, στο σήμερα. Αναρωτιέμαι όμως αν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον χωρίς συγκρούσεις και τριγμούς, άρα χωρίς ανατροπές και επαναστάσεις. Αυτό, θα έλεγα, είναι το μείζον ερώτημα τα επόμενα τριάντα ή σαράντα χρόνια: τι μπορεί να είναι η Ιστορία, από τη στιγμή που ορισμένοι πιστεύουν ότι τελειώνει;

Καθώς λοιπόν το σύστημα είναι σε κρίση, φτάνει στα όριά του, σε κρίση βρίσκονται και οι βασικές αξίες, όλες οι «μεγάλες λέξεις της πολιτικής νεωτερικότητας», όπως τονίζεται και στο βιβλίο.

Όλες αυτές οι έννοιες έχουν χάσει τη σημασία τους. Δημοκρατία, ασφαλώς, εξακολουθούμε να έχουμε, τύποις· δεν έχουμε δικτατορία. Ευτυχώς. Αλλά η δημοκρατία αυτή δεν επιτρέπει στον «κυρίαρχο λαό» να αποφασίζει ελεύθερα για το μέλλον του. Κυριαρχία δεν υπάρχει πια, ούτε εθνική ούτε λαϊκή. Φτάνουμε δηλαδή σε μια εποχή μετακυριαρχική, μεταδημοκρατική ή, αν θέλετε, μετα-αντιπροσωπευτική. Στο πλαίσιο αυτό δεν υπάρχει γενικό συμφέρον, όπως και αν το ορίσει κανείς.

Ας δούμε, π.χ., τρεις εμβληματικές λέξεις της νεωτερικότητας, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα. Τι έχουμε; Πλήρη ελευθερία σε ό,τι αφορά την επιδίωξη του κέρδους, αλλά οι άλλες ελευθερίες, οι οποίες δειλά δειλά και με κόπο θεσπίστηκαν βάλλονται πανταχόθεν. Η ελευθερία της κίνησης και της έκφρασης έχουν πληγεί, το δικαίωμα στην παιδεία, στην πρόσβαση στην υγεία έχει καταρρακωθεί, η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού έχει φιμωθεί.

Όσον αφορά την ισότητα, τώρα. Πάντα ήταν μια λέξη συμβολική, ένας στόχος, ένα πρόταγμα, σήμερα όμως η μόνη ισότητα η οποία προβάλλεται ως ευκταία είναι η «ισότητα ευκαιριών», η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά οργανωμένη ανισότητα, στις ταξικές κοινωνίες όπου ζούμε. Είναι μια καραμέλα, την οποία πιπιλίζουν όλες οι άρχουσες ιδεολογίες, για να αποφύγουν να μιλήσουν για ισότητα.

Η αδελφότητα τώρα –ή αλληλεγγύη αν προτιμάτε, όπως «μεταφράζουν» πολλοί τον όρο σήμερα– έχει μπει στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας.

Πώς μπορούμε όμως να επανανοηματοδοτήσουμε αυτές τις λέξεις σήμερα;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ανάμεσα στα άλλα, οι αναγκαιότητες οι οποίες επιβάλλονται από τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας είναι τόσο πιεστικές, τόσο ψυχαναγκαστικά παρούσες, ώστε καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να προσδώσουμε συγκεκριμένο κοινωνικό και ιδεολογικό νόημα σε αυτές τις λέξεις που έχουν πάψει να αποτελούν αφετηρία ρυθμίσεων.
Ένα παράδειγμα. Νομίζω ότι δεν έχουμε καταλάβει (και δεν μιλάω για την Ελλάδα μόνο) την τεράστια τομή η οποία επιχειρείται μέσα από τους φορολογικούς «παραδείσους» ή τις εξωχώριες οντότητες, οι οποίες ανέκαθεν υπήρχαν αλλά απέκτησαν θηριώδη δύναμη τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, ακόμα και de jure, το μεγάλο κεφάλαιο έχει εξασφαλίσει το πλήρες απυρόβλητο, σε σχέση με οποιαδήποτε συγκροτημένη, κρατικά οργανωμένη εξουσία. Φτάσαμε σε ένα σημείο όπου δεν υπάρχει κανένα κανονιστικό πλαίσιο για τη λειτουργία των κεφαλαίων. Το Washington Consensus λέει ότι όλα τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα και προστατεύονται ανεξάρτητα με το πού βρίσκονται. Αυτές οι εξωχώριες μορφές δεν είναι τίποτα άλλο από την κατάργηση κάθε κανονιστικού, κρατικού ή άλλου, ελέγχου. Μέσα από τις εξωχώριες κατοχυρώσεις, το κεφάλαιο είναι πλέον σε θέση να απαλλαγεί από τις προαιώνιες ηθικές, αξιακές ή κανονιστικές μορφές που μείωναν την απόλυτη ισχύ του. Το ίδιο ισχύει και για το περίφημο δίκαιο του Σίτυ του Λονδίνου.

 Το πρίσμα μας, σε όλη τη συζήτηση, είναι η Ευρώπη, η Δύση. Αν βάλουμε όμως στην οπτική μας τη Λατινική Αμερική, τα δεδομένα, τα πολιτικά τουλάχιστον, τροποποιούνται.

Kαταρχάς, θα έλεγα ότι η Λατινική Αμερική, πολιτισμικά, είναι μέρος του δυτικού κόσμου. Είναι ένα από τα κομμάτια της Δύσης — και αυτοί παιδιά του Διαφωτισμού είναι, και στο όνομα των ίδιων αξιών οδηγούνται σε εκρήξεις και αμφισβητήσεις. Η Λατινική Αμερική, αλλά και το διαφαινόμενο εκρηκτικό μείγμα αντιδράσεων που αρχίζουν και εμφανίζονται, διάσπαρτες, στην Αμερική και την Ευρώπη, μας δείχνουν ότι οι προεκτάσεις της κρίσης είναι άδηλες και ανεξέλεγκτες.

Αλλά για αυτό που με ρωτάς θα ανατρέξω στον Αντόρνο και την καταπληκτική αλληλογραφία του με τον Τόμας Μαν. Σε κάποιο σημείο λέει ότι, παρόλες τις αρνητικές διαστάσεις και προεκτάσεις της ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τελικά –δεν το λέει έτσι ρητά, εγώ το αναδιατυπώνω– ελπίζει στη Δύση. Και επισημαίνει ότι οι μη δυτικοί πολιτισμοί, τα τελευταία διακόσια χρόνια, όντας καθημαγμένοι μέσα από τα οριενταλιστικά κατακτητικά σχήματα, αναγκάστηκαν να εξελιχθούν ως κακέκτυπα ενός δυτικού πολιτισμού, τον οποίο μιμούνται. Οι σχέσεις τους με τη Δύση υπήρξαν σχέσεις αγάπης και μίσους, έλξης και απώθησης.

 Αφού μιλήσαμε για αντιδράσεις, θέλω να σημειώσω ότι σε μια σειρά κινήματα, από το Occupy Wall Street μέχρι την Αραβική Άνοιξη και τους Αγανακτισμένους, τα ζητήματα της δημοκρατίας και της ισότητας ήταν κεντρικά.

Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ένα υφέρπον ηφαίστειο, το οποίο, αν και δεν εκρήγνυται, κοχλάζει. Είναι κινήματα ετερογενή, πολύμορφα, ναι. Αλλά σάματις πριν εμφανιστεί το οργανωμένο κομμουνιστικό κίνημα, οι αντιδράσεις δεν ήταν διάχυτες, αντιφατικές και άμορφες; Το νέο δεν μπορεί να εμφανιστεί αλλιώς, παρά σαν κάτι το απρόβλεπτο. Και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι η δυναμική της Ιστορίας, έστω κι αν φαίνεται αδιέξοδη, θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε νέες λύσεις. Καπιταλισμός υπάρχει εδώ και τριακόσια χρόνια. Είναι μονάχα μια στιγμή. Πιστεύουμε αφελώς ότι η Ιστορία είπε την τελευταία της λέξη; Η Ιστορία δεν λέει ποτέ την τελευταία της λέξη: όπως λέει κάπου ο Γκαίτε, τίτλοι τέλους δεν πέφτουν ποτέ. Όταν είμαστε μέσα στο γίγνεσθαι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να παίζουμε και να στοιχηματίζουμε με το γίγνεσθαι.

 Θα επιμείνω λοιπόν στο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ποιο νέο περιεχόμενο μπορεί να πάρει;

Ας αφήσουμε κατά μέρος την έννοια «αδελφότητα», που είναι κάπως ηθικοπλαστική. Θα μείνω στις άλλες δύο, τις βασικές έννοιες που κατασκευάστηκαν από τη νεωτερικότητα: την Ελευθερία και την Ισότητα. Οι δύο αυτές έννοιες, λογικά, στο βάθος είναι ασύμβατες. Διότι η ατομική ελευθερία σημαίνει ότι τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ό,τι θέλουν, και ισότητα σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος μηχανισμός ο οποίος τα αναγκάζει να υπακούσουν σε ένα σύστημα κοινών για όλους προδιαγραφών, σε ένα κοινό για όλους μέτρο.

Λογικά ασύμβατες, ωστόσο, δεν σημαίνει και ιστορικά ασύμβατες. Γιατί, ιστορικά, όλο το σύστημα ιδεών που συγκρότησε τον δυτικό πολιτειακό λόγο εμπνεύστηκε από την ανάγκη να συνθέσει την ελευθερία με την ισότητα, να περιορίσει την ελευθερία χάριν της ισότητας και την ισότητα χάριν της ελευθερίας. Αυτή η σύνθεση, η οποία υπήρξε θεμελιώδης στην ιστορία των ιδεών και του πολιτισμού, αναφέρεται στην άρθρωση, στην κατασκευή ενός δίπολου, το οποίο επί τριακόσια χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο του προβληματισμού γύρω από το ζήτημα του ιδεώδους καθεστώτος.

Σε όλα όσα λες, θα πρόβαλα έναν προφανή αντίλογο: ότι κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, εκτός από την ελευθερία, την ισότητα, τη δημοκρατία είναι και η αποικιοκρατία, ο ναζισμός — που δεν είναι απλώς «κηλίδες», είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Προφανώς! Θα απαντήσω αναφερόμενος στην Αρνητική Διαλεκτική του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ: ο Διαφωτισμός εμπεριέχει τις προϋποθέσεις της ανατροπής, της αναίρεσής του· δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα οριστικά προοδευτικό σύστημα, το οποίο μας οδηγεί νομοτελειακά στο καλύτερο, στην αέναη πρόοδο. Απεναντίας, μπορεί να μας οδηγήσει σε παλινδρομήσεις, βαρβαρότητες, καταστροφές. Ο Αντόρνο, στην αλληλογραφία του, που ανέφερα παραπάνω, δεν ελπίζει ότι η σωτηρία, το ex Oriente lux, θα οδηγήσει σε νέα σχήματα. Αντιθέτως, φαίνεται να πιστεύει ότι ο δυτικός πολιτισμός εμπεριέχει μέσα τα σπέρματα τόσο της καταστροφής όσο και της ελπίδας. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μην επισημαίνουμε τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού, αλλά και να μην ελπίζουμε ότι, κάποτε, θα κεφαλαιοποιήσουμε τις κατακτήσεις του.

Θα μου επιτρέψεις, εδώ, μια παρέκβαση: οι πολιτισμικές προεκτάσεις του ναζισμού είναι πάμπολλες. Θα μνημονεύσω μία, αυτό που η Χάνα Άρεντ ονομάζει «κοινοτοπία του κακού». Η λογική της υποταγής στις εντολές απαλλάσσει πάσης ευθύνης τον υποτασσόμενο, και έτσι το οποιοδήποτε «κακό» είναι πιθανό και αποδεκτό. Θα ισχυριζόμουν ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα, όχι σε σχέση με την υπακοή στον Χίτλερ ή την ανείπωτη φρίκη του ναζισμού (φυσικά, και το τονίζω, αυτό δεν σημαίνει, κατά κανέναν τρόπο, ότι ζούμε μια κατάσταση αντίστοιχη με αυτή που επέβαλε ο ναζισμός), αλλά όσον αφορά την ανθρώπινη εξαθλίωση. Η εξαθλίωση, η καταστροφή των ανθρώπων, με εγκατάλειψη των ανθρώπων στην αθλιότητα της μοίρας τους, θεωρείται ως αδυσώπητο και άτεγκτο αποτέλεσμα αντικειμενικών «ορθολογικών» μηχανισμών. Με αυτή την έννοια, επομένως, η εξαθλίωση έχει γίνει γενικά αποδεκτή, άρα και κοινότοπη. Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: κάνοντας κοινότοπη την εξαθλίωση, βγάζουμε την εξαθλίωση από την καθημερινή μας σύγκρουση ιδεών, τη θεωρούμε αυτονόητη, τη συγχωρούμε και την αντιπαρερχόμαστε. Αυτό είναι από τα μείζονα πολιτισμικά προβλήματα, τα οποία μας έχει επιβάλει η κυρίαρχη άποψη σήμερα: ότι αποδεχόμαστε την εξαθλίωση ως αναγκαία. Όμως, μια κοινωνία που συναποδέχεται την εξαθλίωση αρθρώνει έναν λόγο που είναι ο ίδιος ηθικά άθλιος. Όπως ο Μαρξ μιλάει για τη φιλοσοφία της αθλιότητας και την αθλιότητα της φιλοσοφίας, μπορούμε να μιλήσουμε για τη σκέψη της αθλιότητας, που αποδέχεται την εξαθλίωση, για την αθλιότητα της ίδιας της σκέψης. Σε κάθε ιστορική περίοδο, η επιλογή των αποδεκτών προβλημάτων και, σε αντιδιαστολή με εκείνα, των προβλήματα που θεωρούνται λελυμένα δείχνει το πολιτισμικό και ηθικό επίπεδο της κοινωνίας. Από τη στιγμή που δεν θεωρούμε ότι η αθλιότητα πρέπει να είναι κύριο αντικείμενο πολιτικής διαμαρτυρίας, σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης, ο πολιτισμός μας δεν καρκινοβατεί απλώς, αλλά οπισθοδρομεί, και μάλιστα ραγδαία.

Αναφέρεσαι σταθερά, και στη συζήτησή μας και στο βιβλίο, σε αυτή την παράδοση των ευρωπαϊκών αξιών. Ποια σχέση όμως έχει η Ε.Ε. του 2014 με αυτήν;

Αν απαντούσα με μία λέξη θα έλεγα: ελάχιστη. Τα πράγματα όμως είναι πιο σύνθετα. Αρχίζω λοιπόν με τη δήλωση ότι το ευρωπαϊκό πείραμα είναι από τα σημαντικά εγχειρήματα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, για να φτιαχτεί μια νέα συμπολιτεία, να την πω έτσι, με στόχο, πρώτον, την κατάργηση των πολέμων και, δεύτερον, τη δημιουργία μιας ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής οντότητας, που θα μπορούσε να πραγματώσει τις ευρωπαϊκές αξίες. Η προσπάθεια αυτή θεωρώ ότι έφτασε στο απόγειό της με τον Ντελόρ, τον τελευταίο Ευρωπαίο ηγέτη που σκεφτόταν με προοπτική ετών, που ονειρευόταν μια Ευρώπη που θα έλυνε τις μεγάλες αντιφάσεις του προπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν τα κατάφερε. Η Ευρώπη σήμερα είναι φερέφωνο των αγορών, που σκέφτονται μόνο βραχυπρόθεσμα. Μιλάμε συχνά για τα συμφέροντα της Γερμανίας, για τη Μέρκελ που επιβάλλει τις θελήσεις και τα συμφέροντά της. Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο: Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες σήμερα σκέφτομαι κοντόφθαλμα, σκέφτονται πώς θα βγάλουν το επόμενο εξάμηνο, τον επόμενο χρόνο. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καλό ευρωπαϊκό μέλλον, αν δεν αλλάξει η νοοτροπία αλλά και η δομή των εξουσιών στην Ε.Ε. Θα είναι δράμα αν εκραγεί η Ε.Ε., αλλά θα είναι επίσης δράμα αν εξακολουθήσει να λειτουργεί όπως σήμερα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το σύστημα μπορεί να αναπαράγεται αδιατάρακτα με τον τρόπο που το έκανε μέχρι τώρα. Και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, για το ευρωπαϊκό πλέον γίγνεσθαι, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα: το ενδεχόμενο δηλαδή, ολοένα και πιο πιθανό, μιας αριστερής κυβέρνησης.

 Θα ήθελα να μείνουμε σε αυτή την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Για πρώτη φορά, τα τελευταία δέκα –για να μην πω πενήντα– χρόνια υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο σε μια χώρα της ΕΕ να αρχίσει να αμφισβητείται η κατεστημένη ευρωπαϊκή ηγεσία και οι κατεστημένες μορφές βραχυπρόθεσμων και κοντόφθαλμων λύσεων των προβλημάτων. Και το μεγάλο στοίχημα, βέβαια, είναι οι ελληνικές εξελίξεις να έχουν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα. Αλλιώς, είναι προφανές ότι μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη της. Εάν όμως μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα –ή αλλού– έχει πολλαπλασιαστικές προεκτάσεις και εάν ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης θέσει επί τάπητος τις καταστατικές αρχές βάσει των οποίων θέλει να λειτουργήσει η Ε.Ε., τότε μπορεί να υπάρξει ένας από κοινού λειτουργών ευρωπαϊκός λαός. Και τότε θα έχουμε να κάνουμε με μια νέα Ευρώπη.

Φυσικά, κάθε τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι σπαρμένο με αγκάθια, καθώς και η συμμαχία με άλλες δυνάμεις εκτός Ελλάδας. Το δημοκρατικό ιδεώδες και το συμφέρον του λαού έρχεται σε αντίθεση με δυνάμεις τεράστιες, που ξεπερνάνε τη χώρα, ξεπερνάνε τους θεσμούς, ξεπερνάνε ό,τι γνωρίζαμε έως τώρα. Το παιχνίδι θα είναι σκληρό, πάρα πολύ σκληρό, πριν και μετά τις εκλογές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι απαισιόδοξος.

Από πού μπορούμε να αντλήσουμε, λοιπόν, αισιοδοξία;

 Η δύναμη της Αριστεράς έχει θεμέλιο και βάση τον λαό· αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία, αλλά και η ευκαιρία, και από εκεί πηγάζει και η αισιοδοξία. Στο μέτρο, άλλωστε, που εξακολουθεί κανείς να θέλει να μετέχει στο γίγνεσθαι, με οποιονδήποτε τρόπο (είτε τέχνη κάνει είτε επιστήμη είτε πολιτική) η απαισιοδοξία συνιστά contradictio ad rem. Μετέχει κανείς στο γίγνεσθαι, γιατί θεωρεί ότι μπορεί να συμβάλει σε κάτι το οποίο θέλει να γίνει, κάτι στο οποίο πιστεύει. Αλλιώς, τα παρατάει. Και εγώ, προσωπικά, δεν έχω καμία διάθεση να παραιτηθώ από τον λόγο και τη συνείδησή μου. Δεν μου μένει, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά να παραμένω αισιόδοξος, και να γίνομαι πιο αισιόδοξος.


Φωτογραφία: Γιώργος Οικονομόπουλος