Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Λιάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Λιάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Η Ευρώπη που δεν θέλουμε




Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)


Η ασφυξία που επέβαλε η ΕΚΤ στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών και το έγγραφο της γερμανικής κυβέρνησης που ζητάει από την Ελλάδα να εγκαταλείψει το πρόγραμμα μιας κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή και να επιστρέψει σε εκείνο που το εκλογικό σώμα απέρριψε, δείχνει ότι το πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι μόνο η Ελλάδα αλλά η λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών, ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση, αλλά η κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. 

Μαντεύω τις αντιρρήσεις. Η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει ότι αποφασίζουμε να ανταλλάξουμε μέρος της εθνικής κυριαρχίας με τα οφέλη της συμμετοχής σε μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη κοινότητα, ότι έτσι κι αλλιώς ποτέ η εθνική ανεξαρτησία στην Ελλάδα δεν ήταν απόλυτη αλλά περιοριζόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις και τις συμμαχίες της, και ακόμη, πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι μια δημοκρατία όταν είναι οφειλέτρια δημοκρατία; 

Αν αποδεχτούμε αυτές τις έλλογες ενστάσεις, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η δημοκρατία ως σεβασμός της θέλησης «των πολλών», έχει σημασία και μπορεί να γίνει σεβαστή, μόνο αν μπορεί να παραμείνει στο ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο, ή αν αφορά ζητήματα που δεν άπτονται των μεγάλων κατευθυντήριων επιλογών. Αλλά αυτό είναι το πλαίσιο της μεταδημοκρατίας. Η μεταδημοκρατία δεν βγάζει τανκς στους δρόμους, δεν καταργεί τις εκλογές, τα κόμματα, το κοινοβούλιο, την ελευθερία της έκφρασης. Όλα αυτά διατηρούνται μεν, αλλά ως τελετουργίες, στερημένες περιεχομένου και αποτελεσματικότητας. 

Οι ελληνικές εκλογές είναι η δοκιμασία μιας πραγματικότητας που σιγά-σιγά και αθόρυβα συγκροτήθηκε από τις αρχές του 1990, με δυο κατευθυντήριους άξονες: Την αλλαγή του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, και τον μετασχηματισμό της δημοκρατίας σε μεταδημοκρατία. Η κρίση ακολούθησε και η διευθέτηση της ακολούθησε τους δυο αυτούς άξονες.

Είναι μύθος ότι το πρόγραμμα της τρόϊκας από την αρχή της ελληνικής κρίσης είχε σκοπό να βοηθήσει την ελληνική κοινωνία να εξέλθει από την κρίση, δημιουργώντας ένα κράτος και μια κοινωνία που δεν παράγει χρέη. Την περασμένη Τετάρτη, την προηγούμενη της νύχτας που η ΕΚΤ επέβαλλε μέτρα ασφυξίας στην ελληνική κυβέρνηση για να εγκαταλείψει το πρόγραμμά της, ο Υπουργός Οικονομικών της Αγγλίας Τζορτζ Οζμπορν δήλωνε ότι η περικοπή των δημόσιων δαπανών κατά 9,5% επί της υπουργίας του δεν ήταν αρκετή, και ότι στο διάστημα έως το 2019 θα πρέπει να μειωθούν κατά 15%. Η Αγγλία, δήλωσε, δεν συνήλθε ακόμη από την κρίση και τα δημοσιονομικά κενά θα πρέπει να καλυφθούν στο επόμενο διάστημα κατά 98% από περικοπές δαπανών και μόνο κατά 2% από φορολογικούς πόρους. «Η χειρότερη λιτότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι μπροστά μας», ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος (http://rt.com/uk/229283-ifs-spending-cuts-tax/)

Αν η Βρετανία μπήκε πρώτη, από τον καιρό της Μάργκαρετ Θάτσερ στην οδό της αποδιάρθρωσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και της αντικατάστασής του από ένα άλλο του οποίου φιλοσοφία είναι ο αναγωγισμός όλων των κοινωνικών λειτουργιών στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά, και πρακτική του η μεταφορά πλούτου από τους πολλούς στους λίγους, τότε βλέπουμε πώς αυτός ο δρόμος τέλος και τελειωμό δεν έχει. Αυτός είναι ο δρόμος των «δομικών μεταρρυθμίσεων» που επαγγέλλεται σήμερα το Βερολίνο, η ΕΚΤ, η Κομισιόν. Όχι μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τις δημόσιες υπηρεσίες, όχι μεταρρυθμίσεις που προσαρμόζουν τη διάθεση των δημόσιων αγαθών όπως η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός στις αλλαγές της τεχνοεπιστήμης και της παγκοσμιοποίησης, όχι μεταρρυθμίσεις βελτίωσης της ζωής των πολλών και των ασθενέστερων. Πρόκειται για μια επέκταση της ανταγωνιστικότητας με άνοιγμα ολοένα και περισσότερων πεδίων στη λογική του εμπορίου και των ιδιωτικοποιήσεων, για μια αυξανόμενη περικοπή των κοινωνικών δαπανών, για μετατροπή των κοινωνικών αγαθών σε εμπορεύσιμες υπηρεσίες, για περιορισμό της έννοιας των κοινών, του δημοσίου, όλων εκείνων δηλαδή των στοιχείων που βρίσκονταν στον πυρήνα αυτού που θεωρούσαμε Ευρώπη και δημοκρατία. 

Αυτές τις αλλαγές, αυτή την Ευρώπη ευαγγελιζόταν έως τις εκλογές η τρόϊκα, τα κόμματα που την υποστήριζαν, οι διανοούμενοι που εκλογίκευαν και μεταγλώττιζαν στα καθ’ημας τη φιλοσοφία της. Σ’ αυτή τη φιλοσοφία ήλθε να αντιταχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου. Πρόκειται για μια ρωγμή και στους δυο κατευθυντήριους άξονες της ευρωπαϊκής πραγματικότητας: και στην νέα οικονομική συνθήκη, και στη μεταδημοκρατική συνθήκη. Αν αυτή είναι η ελληνική στιγμή της Ευρώπης, είναι γιατί οι ελληνικές εκλογές και η σφοδρή σύγκρουση που προκαλούν, αναγκάζει πολλούς ευρωπαίους να αναστοχαστούν την ίδια την πορεία της Ευρώπης. Αυτή είναι η Ευρώπη που θέλουμε; Μια Ευρώπη με ενιαίο νόμισμα και άκαμπτους κανόνες αγοράς, αλλά με εντελώς διαφορετικά στάνταρ υγείας, ασφάλισης, παιδείας, βιοτικών συνθηκών, παροχής δημόσιων υπηρεσιών, μια Ευρώπη του μεγάλου πλούτου και της μεγάλης φτώχειας, μια Ευρώπη του Βορρά, μια άλλη του Νότου, και μια τρίτη των πρώην ανατολικών χωρών; Θέλουμε μια Ευρώπη των μεταμεσονύκτιων πραξικοπημάτων όχι των συνταγματαρχών, αλλά των κεντρικών τραπεζιτών; 

Καταλαβαίνει κανείς ότι η Ευρώπη, η πρώην κυρίαρχη του κόσμου, έχει προβλήματα ανταγωνιστικότητας απέναντι στην Αμερική και την Ασία, απέναντι στις πρώην αποικίες της που τώρα έγιναν παγκόσμιες δυνάμεις. Αυτός όμως δεν είναι λόγος, αλλά δικαιολογία για την αποχύμωση της δημοκρατίας. Εξάλλου, η κατεδάφιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου δεν είναι η μόνη δυνατή απάντηση. Η εναλλακτική λύση είναι η διεθνοποίησή του. Η ικανότητα της Ευρώπης να θέσει κανόνες στην παγκοσμιοποίηση και στον οικονομικό ανταγωνισμό προς όφελος των λαών, θα ενδυνάμωνε, δεν θα αδυνάτιζε τη θέση της στον κόσμο.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Ένα πρόγραμμα χωρίς έμπνευση




Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)   


Δεν θα περίμενε κανείς από ένα κόμμα το οποίο έχει διαγράψει μια δυναμική πορεία, που το φέρνει με αξιώσεις στα πρόθυρα διακυβέρνησης, να κυκλοφορεί πρόγραμμα πολιτισμού που θυμίζει ΠαΣοΚ δεκαετίας '80. Βέβαια η «βίαιη ωρίμανση» δεν συντελείται ταυτόχρονα παντού, και εκτός από τα άγουρα υπάρχουν και τα μπαγιάτικα. Βέβαια σ' όλα τα μεγάλα κόμματα υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες. Διαπιστώνει επίσης κανείς, από την εμπειρία των προηγούμενων κυβερνήσεων, ότι η πολιτική του πολιτισμού θεωρείται κερασάκι στην τούρτα, πολυτέλεια που αφορά δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Ιδια άποψη διαπερνά βέβαια και τις κριτικές που δέχτηκε έως τώρα αυτό το πρόγραμμα. Ελάχιστοι αντιλαμβάνονται την έννοια πολιτισμός χωρίς εξιδανίκευση ή πέραν της σχέσης βάση - εποικοδόμημα. Αλλά ο πολιτισμός παράγει. Και όταν λέμε παράγει δεν εννοούμε την κακόηχη ανοησία περί «βιομηχανίας πολιτισμού στην Ελλάδα». Ο πολιτισμός παράγει υποκείμενα, τις σχέσεις τους με το σώμα τους, την τεχνολογία, τη θρησκεία, την οικονομία και την κοινωνία, παρεισφρέει στην ίδια την υφή τους.

Διαβάζουμε τον κόσμο γύρω μας και αρθρώνουμε λόγο γι' αυτόν μέσα από το πολιτισμικό αλφάβητο που μάθαμε να χρησιμοποιούμε. Ο πολιτισμός με δυο λόγια δεν περιλαμβάνει απλώς ιδέες και αξίες στη σφαίρα του υψηλού, αλλά επίσης τεχνολογία και καθημερινές πρακτικές. Ο πολιτισμός της ψηφιακής εποχής είναι διαφορετικός από εκείνης του έντυπου λόγου, όπως και εκείνος διέφερε από την εποχή του χειρογράφου. Επομένως μια πολιτική του πολιτισμού στην ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να αφορά απλώς «τέχνες και γράμματα», ούτε να διέπεται από μιαν εκ των άνω προς τα κάτω κρατική λογική. Η νέα τεχνολογία αναδιατάσσει τις κοινότητες, το εθνικό και το διεθνές, την παραγωγή, κυκλοφορία και χρήση της πληροφορίας. Πολιτισμός χωρίς συμμετοχή, συμμετοχή του πλήθους, δεν νοείται. Η πρόκληση αφορά τη δημιουργική οργάνωση του χάους. Μια πολιτική πολιτισμού πρέπει να διαπερνά το σύνολο ενός κυβερνητικού προγράμματος.

Η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μια κρίση πολιτισμού. Είναι άνθηση πολιτισμού. Αν η οικονομική κρίση είχε συνοδευτεί και από πολιτισμική κρίση, η χώρα θα ήταν νεκρή. Οποιος κοιτάξει γύρω του, αν δεν πάσχει από πρεσβυωπία, θα δει τον κόσμο να συζητάει τα μεγάλα ζητήματα από την αρχή, θέτοντας υπό κριτική αυτονόητα και βασικές έννοιες. Ενα βουλευτήριο έχει γίνει ο τόπος μας, ανεξαρτήτως αν συμφωνούμε ή όχι και αν οι συζητήσεις ικανοποιούν τα γούστα των διανοουμένων. Ο κόσμος έχει πάρει τον λόγο. Εχει γίνει υποκείμενο του λόγου του. Πλήθος μικρές θεατρικές, μουσικές, χορευτικές, ποιητικές ομάδες και παρέες συναντιούνται και κάνουν πράγματα, μόνες τους, με λίγα μέσα. Πόσες πρωτεύουσες έχουν το βράδυ τον πλούτο εκδηλώσεων της Αθήνας; Οι άξονες του πολιτισμικού χώρου αναδιατάσσονται με την είσοδο νέων μεγάλων παικτών. Και η εμφάνιση του ναζιστικού φαινομένου στη χώρα μας, σ' αυτή την έκταση, πολιτισμικό φαινόμενο είναι. Οχι έλλειψη, όχι απουσία πολιτισμού, αλλά προσπάθεια να δοθεί στον πολιτισμό ένα νόημα και να συνδεθεί με οικεία πράγματα, οικεία κακά. Ο πολιτισμός είναι όρος αξιακά ουδέτερος. Οι καινούργιες πολιτικές ταυτότητες θα αντλήσουν από αυτό το έδαφος. Θα είναι και αποδεκτές και απαράδεκτες, αλλά πολιτισμικά προσδιορισμένες και με πολιτισμικά υλικά φτιαγμένες. Αντί λοιπόν το πρόγραμμα πολιτισμού της Αριστεράς που φιλοδοξεί να θέσει τη χώρα σε καινούργια τροχιά να αναμετρηθεί με αυτές τις προκλήσεις, να έχει συνολική οπτική, είναι μια συρραφή από συντεχνιακά αιτήματα όπως οι 19 τοπικοί κρατικοί ραδιοσταθμοί και η ενιαία τιμή του βιβλίου! Απουσιάζουν οι μεγάλες κατευθυντήριες γραμμές, που θα αποτυπώσουν την ταυτότητά του. Χωρίς έμπνευση.

Σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα το βασικό ζήτημα θα ήταν η πρόσβαση στους πολιτισμικούς πόρους. Η ανισότητα και η ανισοκατανομή πολιτισμικών πόρων και συμβολικού κεφαλαίου παράγει και διαιωνίζει την κοινωνική ανισότητα. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα και δεν έχει την πολυτέλεια μιας ελιτίστικης δόμησης της παιδείας και των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Η έγνοια για τον πολιτισμό πρέπει να διεισδύσει βαθιά στην εκπαίδευση, στη διά βίου μάθηση, στην επαφή με τις κοινότητες των μεταναστών, στη μεταφορά πολιτισμικών πόρων στις υποβαθμισμένες περιοχές. Καιρός να θέσει η Αριστερά το ζήτημα της πολιτισμικής δημοκρατίας ως έναν από τους βασικούς άξονες του προγράμματός της. Η πολιτική δημοκρατία είναι ανάπηρη και ανυπεράσπιστη χωρίς πολιτισμική δημοκρατία, και μάλιστα σε μια εποχή στην οποία το σώμα πάνω στο οποίο άνθησε η δημοκρατία έπαψε να είναι εθνικά και πολιτισμικά ομοιογενές.

Πώς ένα κόμμα που δεξιώνεται την Μπάτλερ, τη Σπίβακ, τον Αγκαμπεν, τον Ζίζεκ, τον Μπαλιμπάρ, που διαθέτει σοβαρούς διανοούμενους, μπορεί ταυτόχρονα να αρθρώνει παρόμοιο φοβικό πρόγραμμα; Πού αποτυπώνεται στο πρόγραμμα η κριτική θεωρία, οι επεξεργασίες της πολιτισμικής Αριστεράς; Αν το κοινωνικό και οικονομικό πρόγραμμα αφορά τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, πώς αντιμετωπίζονται οι βαθιές πολιτισμικές διακρίσεις που τις συνοδεύουν, η επίταση των ανισοτήτων στο συμβολικό πεδίο; Πάνω στην οικονομική στέρηση, προωθώντας μια συνωμοσιολογική και εθνοκεντρική ανάγνωση του κόσμου, βασίζεται και η ευρωσκεπτικιστική λαϊκιστική Δεξιά. Οπως η πολιτισμική Αριστερά χωρίς την κριτική των κοινωνικών ανισοτήτων γίνεται παιχνιδάκι της τεχνοκρατικής και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, έτσι και η κοινωνική Αριστερά χωρίς την κριτική της πολιτισμικής Αριστεράς κινδυνεύει να μοιάσει της εθνολαϊκιστικής Δεξιάς.

Τέλος, ένα πρόγραμμα γειωμένο στην Ελλάδα δεν μπορεί να μη συζητεί την «τυραννία της αρχαιότητας» σε βάρος της σύγχρονης δημιουργικότητας. Το κυρίαρχο πλέγμα αντιλαμβάνεται τη σχέση των Ελλήνων με την ιστορία τους ως μια μεταπρατική σχέση. Η μνήμη και οι ιστορικές κληρονομιές έχουν επισκιάσει την έννοια του πολιτισμού και τη δυναμική της σχέση με το μέλλον. Δεν αφορά αυτό την πολιτική πολιτισμού της Αριστεράς;

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Οι εκλογές του 2014 έκλεισαν ένα κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο



Ήρθε ο καιρός η αριστερά να αναθεωρήσει τις στρατηγικές και τις μορφές αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης, καθώς και να δημιουργήσει εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος


Του Αντώνη Λιάκου (από εδώ)

Η εικόνα των τριών νέων ανθρώπων, του Αλέξη, της Ρένας και του Γαβριήλ, να γιορτάζουν τη βραδιά των εκλογών μπροστά στα Προπύλαια, πέραν της φρεσκάδας και της ομορφιάς, ασυνήθιστη για τη γκριζαδούρα των Ελλήνων πολιτικών, απέπνεε αισιοδοξία και εμπιστοσύνη. Μια πολιτική ηγεσία με διαφορετική ποιότητα, σε σύγκριση με την εικόνα του Σαμαρά, την ίδια βραδιά, ως φανατικού κομματάρχη που μετράει κερδισμένα και χαμένα χωριά, και βεβαίως του εμμονικού Βενιζέλου, που γνωρίζοντας πως είναι αντιπαθής, προσπαθεί να γίνει αντιπαθέστερος. Τέτοιες εικόνες λένε περισσότερα από τις αναλύσεις. Κι ακόμη αν προβάλεις την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη θα διαπιστώσεις πως στη γενική άνοδο της Δεξιάς και του ευρω-αρνητισμού, επιλέγει να αναδείξει ως πρώτο κόμμα την Αριστερά. Πράγματι η Αριστερά κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τα ερείσματά της στο σεισμό των εκλογών του 2012 που άλλαξαν το πολιτικό τοπίο στη χώρα, και ακόμη να ξετινάξει από πάνω της τις κατηγορίες που εκτόξευαν με επιμονή οι αντίπαλοί της για άκρο, για αντι-ευρωπαϊσμό, για λαϊκισμό και τόσα άλλα. Δεν μπορεί κανείς να υποτιμά το γεγονός πως όλα αυτά τα κέρδισε απέναντι σε ένα συμπαγές επιθετικό μέτωπο που αποτελούνταν από τα κυβερνητικά κόμματα, τα ΜΜΕ, διανοούμενους υπηρεσίας, αλλά και ξένες κυβερνήσεις και οίκους αξιολόγησης κ.λπ. Της άξιζε επομένως να γιορτάσει το βράδυ των ευρωεκλογών στα προπύλαια.

Ώς εδώ τα καλά και ευχάριστα νέα. Τα δυσάρεστα δεν αρχίζουν μόνο με την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε τρίτη δύναμη. Ούτε με τον καταποντισμό της ΔΗΜΑΡ, δυνάμει σύμμαχο σε μια μετατόπιση του πολιτικού άξονα αριστερότερα. Τα δυσάρεστα αφορούν το γεγονός ότι η Αριστερά μπορεί να γιορτάζει για πρώτη φορά την ανάδειξή της στο μεγαλύτερο ελληνικό κόμμα, αλλά αυτό δεν συνέβη επειδή αύξησε τη δύναμή της από το 2012, αλλά επειδή έχασαν δύναμη οι αντίπαλοί της. Έχασαν περίπου το ένα τρίτο της επιρροής τους Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟΚ. Γιατί όμως, παρά τη φοβερή αυτή κρίση, δεν αυξήθηκε η επιρροή της Αριστεράς; Είναι πράγματι αυτή η οροφή της; Αυτό είναι το ένα θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει. Το άλλο είναι ότι και με τη δημιουργία του Ποταμιού, το μπλοκ εξουσίας φαίνεται να θωρακίζεται κλείνοντας τον δρόμο στην Αριστερά.

Τι σημαίνουν αυτές οι δύο παρατηρήσεις; Μήπως ότι το ελληνικό κατεστημένο μπόρεσε να ξεπεράσει την κρίση με ασφάλεια; Μήπως ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς να επανατοποθετήσει τη χώρα σε μια νέα τροχιά μετά την κρίση; Κοιτώντας ιστορικά τις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις, βλέπουμε ότι δεν έχουν πάντοτε ομότροπο αποτέλεσμα. Και η κρίση της σημερινής Ευρώπης δείχνει μεγαλύτερη ενίσχυση της Ακραίας Δεξιάς παρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η υπαρκτή ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, είναι ασύμμετρη ως προς το βάθος και τις επιπτώσεις της κρίσης.

Η αντίληψη που θεωρεί πως η κρίση είναι μια στιγμή στην οποία όλα παίζονται, δημιουργεί και μια αντίληψη επέλασης προς την εξουσία. Να καταλαβαίνουμε την κρίση ως μια στιγμή που όλα παίζονται, είναι σωστή και ανταποκρίνεται στην ετυμολογία και στην εννοιολογική ιστορία της λέξης. Αλλά με την έννοια αυτή η στιγμή της κρίσης πέρασε. Η κρίση κρίθηκε και παγιώθηκε σε ένα καθεστώς κρίσης. Αυτό είναι το καθεστώς της βίαιης συμπίεσης του βιοτικού επιπέδου, της απογύμνωσης της εργασίας από κάθε θεσμική πλαισίωση, της ανεργίας και της ανασφάλειας, της ιδιωτικοποίησης των κοινών, της κατεδάφισης των κοινωνικών υπηρεσιών, της μεγάλης κοινωνικής διαφοροποίησης, της απίσχνανσης της δημοκρατίας. Αυτό είναι το καθεστώς που παγίωσε την κρίση. Η κρίση δεν εκκαθάρισε το έδαφος ώστε να δημιουργήσει ένα πεδίο στο οποίο παρατάσσεται ένας στρατός φτωχών, απέναντι σε ένα φρούριο πλουσίων. Δεν δημιούργησε ένα γυμνό πεδίο όπου είναι δυνατή μια κοινωνική επέλαση. Εφόσον η κρίση παγιώθηκε, πάνω στο έδαφος που εκκαθάρισε, φύτρωσε ένα καινούριο δάσος. Ένα δάσος της κρίσης. Η κρίση αποτέλεσε ένα περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε μια νέα χλωρίδα και μια νέα πανίδα. Να το πούμε ένα δάσος άγριου καπιταλισμού; Όταν παγιώνεται μια κατάσταση, αναπαράγεται. Η κρίση ήταν ένα εργαλείο για να αλλάξει η κοινωνία. Είναι μάταιο και αναποτελεσματικό να θεωρούμε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα, η έξοδος στις αγορές και η εμπιστοσύνη των οίκων αξιολόγησης δεν σηματοδοτούν την έξοδο από την κρίση. Αυτή είναι η έξοδος, αυτή την έξοδο επιδίωκαν όσοι διαχειρίστηκαν την κρίση, αυτή είναι η επιτυχία των περίφημων δομικών μεταρρυθμίσεων. Σύντομα θα το καταλάβουμε ότι η κρίση θα έχει ξεπεραστεί για τις νέες ομάδες που θα αναδειχτούν μέσα από μια γιγαντιαία μεταβίβαση πόρων, περιουσιών, και κύρους, ενώ θα αποτελεί την επισφαλή πραγματικότητα όλων των άλλων. Η κρίση αναπαράγεται γιατί δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό παιχνίδι, έναν νέο κοινωνικό ορίζοντα στον οποίο συνωστίζονται οι προσδοκίες και αποκτούν συνείδηση νέες ομάδες. Η Αριστερά κερδίζει όταν αυτές οι προσδοκίες ξεπερνούν τον ορίζοντα αυτόν, επομένως θέτουν ζήτημα αλλαγής του. Χάνει όμως όταν οι προσδοκίες παραμένουν εγκλωβισμένες μέσα στον ορίζοντα αυτόν.

Οι μεγάλες σαρωτικές επαναστάσεις των δύο περασμένων αιώνων συνέβησαν όταν τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν σύνθετες κοινωνίες μπορούσαν να απλοποιηθούν σε ένα και μοναδικό. Αυτό μπορούσε να συμβεί, και πράγματι επιχειρήθηκε να συμβεί στην Ελλάδα με το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Το momentum όμως αυτού του διλήμματος χάθηκε. Όχι μόνο γιατί το μνημόνιο ως πολιτική αλλαγών πέρασε, αλλά και γιατί τα στρατόπεδα δεν ήταν συμπαγή. Και αν το στρατόπεδο του μνημονίου αποδείχτηκε περισσότερο συμπαγές καθώς πολλοί φιλελεύθεροι θυσίασαν τις αρχές τους σε μια συμμαχία με την Ακραία Δεξιά που συσπείρωσε ο Σαμαράς, το στρατόπεδο του αντιμνημονίου χωριζόταν από τη βαθιά και αγεφύρωτη τομή φασισμού-αντιφασισμού. Το momentum χάθηκε αλλά η πολιτική αντιπαράθεση συνέχιζε να στοιχίζεται σε αυτή την αντίθεση, με τις ρόδες να γυρίζουν στο κενό. Και αυτό το διαπιστώσαμε κυρίως στις δημοτικές εκλογές, όπου εκτός από την Αθήνα και την Αττική όπου προβλήθηκαν χαρισματικές προσωπικότητες, στην υπόλοιπη Ελλάδα οδήγησε σε αδικαιολόγητες αποτυχίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η Αριστερά βγήκε από τον πρώτο γύρο εκτός παιχνιδιού ήταν η Θεσσαλονίκη και η κεντρική Μακεδονία.

Τα δείγματα της νέας εποχής είναι ο Πειραιάς και ο Βόλος. Αυτά τα δύο λιμάνια κατέχουν πια μια νέα στρατηγική θέση στη γεωγραφία της παγκοσμιοποίησης γιατί είναι οι πύλες των μεταφορών από την Ασία στην Ευρώπη. Καταλαβαίνει κανείς ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, η παρουσία της COSCO, η τύχη της παρακείμενης αδιάθετης γης, η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, δεν είναι πια τοπικής, ούτε εθνικής, αλλά παγκόσμιας σημασίας διακυβεύματα. Εκεί λοιπόν η παράγκα με τους μπράβους, τον εκφοβισμό και την εξαγορά αντί να στήνει παιχνίδια και στοιχήματα εισέβαλε στα δημαρχιακά μέγαρα για να διαχειριστεί τις προσόδους, τα ΕΣΠΑ, τη γη, τις εγκαταστάσεις, την απασχόληση. Αν σηκώσουμε λίγο τον μπερντέ θα δούμε το νέο οικοσύστημα που δημιούργησε η κρίση. Δεν μας είναι ένα άγνωστο. Η λέξη ολιγάρχες που χρησιμοποιούμε για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σε μόνιμη κρίση εδώ και δεκαετίες, δείχνει πώς μπορεί να διαμορφωθεί και το δικό μας μετά-την-κρίση πολιτικό μέλλον. Εδώ διαμορφώνονται τα νέα κέντρα σύνθετης ισχύος που υπερβαίνουν τις παλιές διαχωριστικές γραμμές και ενσωματώνουν πλέμπα με αφεντικά της μέρας ή της νύχτας, νόμιμη και παράνομη παραγωγή χρήματος, εφοπλιστές, διυλιστήρια και φοροδιαφυγή καυσίμων, εκκλησία, πασόκους, νεοδημοκράτες και χρυσαυγίτες.

Αν λοιπόν πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κρίση ως στιγμή διακύβευσης πέρασε, αφήνοντάς μας σε μια νέα κατάσταση μόνιμης κρίσης που αναπαράγεται, τότε είναι καιρός αναθεώρησης των στρατηγικών και των μορφών αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης. Ως επίκεντρο πλέον πρέπει να τεθεί ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθεί η καινούρια μετά την κρίση εποχή. Αυτό δεν δημιουργεί, όπως ίσως νομίσουν μερικοί, ένα τετελεσμένο, μια αναγνώριση, έναν συμβιβασμό με τα αποτελέσματα της κρίσης. Κάθε άλλο. Οι εποχές στις οποίες διακυβεύονται τα πάντα, όπου ο κύκλος είναι καθοδικός, η κατάθλιψη, ο φόβος, ο κίνδυνος λειτουργούσαν παραλυτικά. Στην ανοδική πορεία του κύκλου, ακόμη και αν η κοινωνική κατάσταση είναι πολύ κακή, η ελπίδα ισχυροποιεί το αίσθημα ανάληψης ρίσκου. Χρειάζονται όμως άλλες μορφές αντίληψης της πολιτικής αντιπαράθεσης και αναμέτρησης. Σύνθετες στρατηγικές. Η στρατηγική θα πρέπει να μοιάζει σαν την κοίτη ενός ποταμού η οποία μπορεί να συγκρατεί πολλά ρεύματα. Από τη σχέση ανάμεσα στο σύνθετο και το συνεκτικό θα εξαρτηθεί η δύναμή της. Από την ικανότητα να δημιουργηθούν εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος.

Η Αριστερά του 2014 μπορεί να αναλάβει μια σύνθετη στρατηγική; Ασφαλώς, γιατί δεν είναι η νεοπαγής Αριστερά του 2012 που η συνοχή της εξαρτάται από τη σύγκρουση. Τώρα το μέγα ζήτημα είναι με ποιες συμμαχίες θα προχωρήσει. Πού θα τις βρει. Με ποιους θα γίνει μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Το ζήτημα εξαρτάται και από το ίδιο το προσωπικό της Αριστεράς, αν μπορεί να καλλιεργήσει αίσθημα εμπιστοσύνης. Εδώ τα μηνύματα είναι μεικτά. Η σύνθεση λ.χ. της ομάδας που θα πάει στο Ευρωκοινοβούλιο για να αμφισβητήσει τις επικρατούσε πολιτικές, εκπέμπει ασφαλώς ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα ως προς την εκλογή του Γλέζου και της Κούνεβα. Προβληματίζει όμως ως προς την υπόλοιπη σύνθεση, η οποία δύσκολα μπορεί να εκφράζει τις επεξεργασίες και το πνεύμα της ηγεσίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., πόσο μάλλον να το εκφράσει στην Ευρώπη. Βεβαίως, όπως άλλωστε σε όλα τα μεγάλα κόμματα, συγκλίνουν, ασύμπτωτα επίπεδα, και κυρίως ασύμπτωτες αντιλήψεις του είναι και του πράττειν.

Συμπερασματικά, οι εκλογές του 2014 έκλεισαν έναν κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο.

Ας κρατήσουμε όμως από τις εκλογές αυτές τη νίκη της Δούρου, μια ευκαιρία να γίνει η Αττική εργαστήρι του buon governo, και την ανάδειξη του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στον Δήμο της Αθήνας, ως παραδείγματος ήθους και ύφους μιας νέας πολιτικής. Η εικόνα των τριών το βράδυ των εκλογών στα Προπύλαια είναι μια εικόνα αισιοδοξίας.